Ο φετινός Φλεβάρης ήρθε και έκατσε πάνω στο στήθος μου σαν βαρίδι. Τις πρώτες μέρες δεν μπορούσα σχεδόν να ανασάνω βαθιά χωρίς να νιώθω αυτόν τον οξύ πόνο στην ψυχή, αυτό το τεράστιο κενό στην καρδιά. Όπως πάντα, μετά από την πρώτη δύσκολη εβδομάδα, η καρδιά βρήκε ακόμη μια φορά τον τρόπο και άρχισε να χτυπά και πάλι φυσιολογικά, χωρίς αρρυθμίες και δυσκολία στην αναπνοή.
Αυτό κράτησε λίγο βέβαια, αφού το επόμενο σύμπτωμα ήταν σωματικό. Άρχισε να με πονάει και να με ενοχλεί η καισαρική μου τομή. Κάθε βράδυ που ξάπλωνα εξαντλημένη να κοιμηθώ, τα μάτια αρνιόντουσαν πεισματικά να κλείσουν, ενώ η τομή με τραβούσε κάνοντας το ακόμα πιο δύσκολο να κοιμηθώ. Μέχρι που ένα βράδυ ενώ στριφογυρνούσα στα σκεπάσματα ανήσυχη, αποφάσισα να νιώσω την τομή με τα δάχτυλα μου, από την μια άκρη ως την άλλη ξανά και ξανά. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως από όλες τις πληγές που μου άφησε ο γιος μου πριν τον χάσω από την αγκαλιά μου και την ζωή μου, η μόνη που μπορώ να αγγίξω είναι αυτή. Η τομή αυτή είναι το τελευταίο που θυμάμαι πριν γεννήσω το δεύτερο παιδί μου, αφού ο γιατρός μου λόγω του έκτακτου της καισαρικής ακουμπούσε το νυστέρι ήδη στο δέρμα μου απαλά μα αποφασιστικά όταν έδωσε εντολή του αναισθησιολόγο να με κοιμίσει. Ήταν η τελευταία εκείνη στιγμή που το μωρό μου και εγώ θα ήμασταν μαζί, κοντά, ενωμένοι. Πως να μην με πονάει; Πως να μην μου φωνάζει να την προσέξω; Σας ορκίζομαι πως την στιγμή που αποφάσισα να χαϊδέψω την πληγή μου, αυτή σταμάτησε να με πονάει. Λες και μόνη μου, έστω ασυναίσθητα, έστω υποσυνείδητα, έστω με την δύναμη της αυθυποβολής το προκάλεσα όλο αυτό. Δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ και ούτε με αφορά. Για μένα, είναι ένας τρόπος να συνδεθώ ξανά με το παιδί μου που τόσο βίαια και πρόωρα έχασα και αυτό μου φτάνει.
Κάποια Δευτέρα λοιπόν, 8 χρόνια πριν ανήμερα Αγίου Βαλεντίνου άρχισαν οι βίαιες και πρόωρες συσπάσεις. Λίγες ώρες μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας πια 15 του Φλεβάρη, ημέρα Τρίτη , γέννησα έναν πανέμορφο αγόραρο ο οποίος έζησε μόλις 12ώρες. Μπορεί για κάποιους η ζωή του να ήταν πολύ μικρή για να μετράει, για εμάς όμως ήταν αυτές οι 12 ώρες που άλλαξαν για πάντα τις ζωές μας. Και αυτές τις απειροελάχιστες αναμνήσεις που έχω, αν μπορούσα να τις κρεμάσω φυλαχτό στην καρδιά μου να τις βλέπουν όλοι θα το έκανα. Γιατί είμαι περήφανη για αυτό το παλικαράκι που τόσο σκληρά πάλεψε να γεμίσει την αγκαλιά μας. Και ας μην τα καταφέραμε, η καρδιά μας είναι γεμάτη από την εικόνα του, την ομορφιά του, το παράπονο αυτό που είχαν τα χείλια του όταν έφυγε, λες και θα του λείπαμε και εμείς, όσο μας λείπει πάντα αυτός.
Οχτώ χρόνια πια μακριά σου μικράκι μου και στο ορκίζομαι τώρα που γράφω και κοιμάται δίπλα μου ο αδελφός σου, ακούω την αναπνοή του στο ένα μου αυτί και λίγο πιο μακρυά, στο άλλο αυτί, ακούω μια ακόμα αναπνοή και ας είμαστε μόνοι στο σπίτι... Δεν είμαστε όμως, σωστά; Εσύ ξέρεις... Εύχομαι να ακούς τις προσευχές του μικρού σου αδελφού, σε μελετάει τόσο συχνά. Και κάνε μου την χάρη βρε αστεράκι... Και αν δεν κοπιάζεις στα δικά μου όνειρα, κόπιασε στα δικά του... Και αυτός θα μου τα πει.
Σε αγαπάω πάντα και για πάντα.
Αυτό κράτησε λίγο βέβαια, αφού το επόμενο σύμπτωμα ήταν σωματικό. Άρχισε να με πονάει και να με ενοχλεί η καισαρική μου τομή. Κάθε βράδυ που ξάπλωνα εξαντλημένη να κοιμηθώ, τα μάτια αρνιόντουσαν πεισματικά να κλείσουν, ενώ η τομή με τραβούσε κάνοντας το ακόμα πιο δύσκολο να κοιμηθώ. Μέχρι που ένα βράδυ ενώ στριφογυρνούσα στα σκεπάσματα ανήσυχη, αποφάσισα να νιώσω την τομή με τα δάχτυλα μου, από την μια άκρη ως την άλλη ξανά και ξανά. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως από όλες τις πληγές που μου άφησε ο γιος μου πριν τον χάσω από την αγκαλιά μου και την ζωή μου, η μόνη που μπορώ να αγγίξω είναι αυτή. Η τομή αυτή είναι το τελευταίο που θυμάμαι πριν γεννήσω το δεύτερο παιδί μου, αφού ο γιατρός μου λόγω του έκτακτου της καισαρικής ακουμπούσε το νυστέρι ήδη στο δέρμα μου απαλά μα αποφασιστικά όταν έδωσε εντολή του αναισθησιολόγο να με κοιμίσει. Ήταν η τελευταία εκείνη στιγμή που το μωρό μου και εγώ θα ήμασταν μαζί, κοντά, ενωμένοι. Πως να μην με πονάει; Πως να μην μου φωνάζει να την προσέξω; Σας ορκίζομαι πως την στιγμή που αποφάσισα να χαϊδέψω την πληγή μου, αυτή σταμάτησε να με πονάει. Λες και μόνη μου, έστω ασυναίσθητα, έστω υποσυνείδητα, έστω με την δύναμη της αυθυποβολής το προκάλεσα όλο αυτό. Δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ και ούτε με αφορά. Για μένα, είναι ένας τρόπος να συνδεθώ ξανά με το παιδί μου που τόσο βίαια και πρόωρα έχασα και αυτό μου φτάνει.
Κάποια Δευτέρα λοιπόν, 8 χρόνια πριν ανήμερα Αγίου Βαλεντίνου άρχισαν οι βίαιες και πρόωρες συσπάσεις. Λίγες ώρες μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας πια 15 του Φλεβάρη, ημέρα Τρίτη , γέννησα έναν πανέμορφο αγόραρο ο οποίος έζησε μόλις 12ώρες. Μπορεί για κάποιους η ζωή του να ήταν πολύ μικρή για να μετράει, για εμάς όμως ήταν αυτές οι 12 ώρες που άλλαξαν για πάντα τις ζωές μας. Και αυτές τις απειροελάχιστες αναμνήσεις που έχω, αν μπορούσα να τις κρεμάσω φυλαχτό στην καρδιά μου να τις βλέπουν όλοι θα το έκανα. Γιατί είμαι περήφανη για αυτό το παλικαράκι που τόσο σκληρά πάλεψε να γεμίσει την αγκαλιά μας. Και ας μην τα καταφέραμε, η καρδιά μας είναι γεμάτη από την εικόνα του, την ομορφιά του, το παράπονο αυτό που είχαν τα χείλια του όταν έφυγε, λες και θα του λείπαμε και εμείς, όσο μας λείπει πάντα αυτός.
Οχτώ χρόνια πια μακριά σου μικράκι μου και στο ορκίζομαι τώρα που γράφω και κοιμάται δίπλα μου ο αδελφός σου, ακούω την αναπνοή του στο ένα μου αυτί και λίγο πιο μακρυά, στο άλλο αυτί, ακούω μια ακόμα αναπνοή και ας είμαστε μόνοι στο σπίτι... Δεν είμαστε όμως, σωστά; Εσύ ξέρεις... Εύχομαι να ακούς τις προσευχές του μικρού σου αδελφού, σε μελετάει τόσο συχνά. Και κάνε μου την χάρη βρε αστεράκι... Και αν δεν κοπιάζεις στα δικά μου όνειρα, κόπιασε στα δικά του... Και αυτός θα μου τα πει.
Σε αγαπάω πάντα και για πάντα.


