Το χωριό μου δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Μια πεδιάδα είναι, αρκετά κοντά στην μόνιμη κατοικία μου, με είκοσι σπίτια όλα και όλα, μια εκκλησία, ένα νεκροταφείο και ούτε ένα καφενείο.
Είναι όμως το δικό μου χωριό. Αυτό στο οποίο πέρασα τις πιο όμορφες μέρες της παιδικής μου ηλικίας. Στα είκοσι αυτά σπίτια ζουν άνθρωποι που τους γνωρίζω μια ζωή. Στην εκκλησία του παντρεύτηκα και στο νεκροταφείο του έχω αποχαιρετήσει πολλά αγαπημένα πρόσωπα. Καφενείο δεν μας χρειάζεται, οι πόρτες μένουν ανοιχτές και πάντα κάποιος θα σε φιλέψει καφέ αν θες.
Σε αυτό το χωριό γνώρισα για πρώτη φορά τον παππού μου και την γιαγιά μου. Σε αυτή την αυλή γνώρισα τα ξαδέλφια από την πλευρά της μητέρας μου- κάτι ζεστά και ατελείωτα καλοκαίρια που την γεμίζαμε με τις φωνές μας και τα παιχνίδια μας. Σε αυτό το χωριό πήγα πρώτη δημοτικού με δασκάλα την ίδια μου την θεία. Σε αυτό το σχολείο ερωτεύτηκα για πρώτη φορά ένα ντροπαλό και τόσο γλυκό αγόρι.
Κάτω από τον τεράστιο πλάτανο του παππού ονειρεύτηκα πολλές φορές την ζωή μου. Διάβασα ατελειώτα κόμιξ και βιβλία. Δίπλα στο πηγάδι και την στέρνα έφτιαξα πολλά κάστρα στην άμμο. Παρακάλεσα πολλές φορές την γιαγιά μου να βουτήξω μέσα στο νερό της. Δεν με άφησε ούτε μια φορά.
Στο κοτέτσι του μάζεψα πολλά φρέσκα αυγά. Κάποιες φορές ακόμα καυτά. Φοβήθηκα μα και σεβάστηκα την κλώσα που σε ακολουθούσε απειλητικά με το βλέμμα της μη τύχει και της πειράξεις τα αυγά της. Σήκωσα την μικρή μου ξαδελφή από κάτω και την πήρα αγκαλιά να την παρηγορήσω όταν της επιτέθηκε χωρίς λόγο ο κόκορας.
Στο επιβλητικό του κατώι- το πρώτο μισογκρεμισμένο πια σπίτι του παππού μου- πολλές φορές μπήκα αθόρυβα, λες και έμπαινα σε χώρο ιερό, νυχοπατώντας και κρατώντας την γιαγιά μου από τη ποδιά της για να βάλουμε λάδι στο λαδικό. ( τι ιεροτελεστία και εκεί- τι μυρωδιές- πόσο σεβασμό διδάχθηκα για τα "αυτονόητα").
Στον στάβλο του, πόσες ώρες πέρασα. Ναι, Μέσα στα άχυρα και εγώ, να χαζεύω με δέος τα κατσικάκια και να κάθομαι υπομονετικά- να ξεροσταλιάζω με τις ώρες- σε ένα τελάρο μέχρι να με εμπιστευτούν και να με πλησιάσουν μια σταλιά. Να τα χαιδέψω έστω και ένα δευτερόλεπτο για να τρέχω μετά στην γιαγιά μου και να παρακαλάω με κλάματα να μην τα σφάξουν, να τα αφήσουν να ζήσουν.
Σε αυτή την αυλή- την αυλή των παιδικών μου χρόνων- λάτρεψα μια κουζίνα εξωτερική μια σταλιά. Από το πλαινό της παραθύρι έβλεπα την γιαγιά μου να τηγανίζει, να μαγειρεύει, να τρέχει αλαφιασμένη. Από την μικρή του ρωγμή -που σαν να υπήρχε από πάντα- έβγαιναν οι λαχταριστές μυρωδιές των φαγητών της γιαγιάς μου. Φαγητά απλά, που απαιτούσαν ένα μόνο σκεύος και δυνατή φωτιά στο γκάζι- μα φαγητά που γιάτρευαν την ψυχή. Πάντα να λαχταράω να αφήσω την ξύλινη πόρτα της ορθάνοιχτη, να ξεχυθεί η μαγεία της έξω, πάντα η γιαγιά να φωνάζει να την κλείσω μη μπουν μέσα γάτες.
Σε αυτό το χωριό περπάτησα πολλές φορές μέχρι την εκκλησία ή μέχρι το σχολείο. Πολλές φορές πήρα τις ξαδέλφες μου, την μικρή εγώ από το χέρι και μπροστά μου την μεγάλη να κρατάει την μεσαία από το χέρι για να πάμε στην αυλή της εκκλησίας- δίπλα ακριβώς από το κοιμητήριο- να μιλήσουμε ώστε να μας ακούει και ο παππούς όταν πια δεν ήταν μαζί μας... Σε αυτούς τους δρόμους άπειρες φορές περπατήσαμε με την γιαγιά μου για να πάμε το πρωί τα ζωντανά να βοσκήσουν και το απόγευμα για να τα φέρουμε πίσω στον στάβλο.
Σε αυτό το σπίτι- στο χωριό μου- έφαγα, γέλασα, έκλαψα, τσακώθηκα, δέθηκα, αποκοιμήθηκα, έζησα, τόσες μέρες από την ζωή μου. Σε αυτό το σπίτι, η πόρτα της κουζίνας ήταν πάντα κλειστή γιατί έμπαζε κρύο και το μπάνιο ήταν δυο βήματα έξω από την πόρτα στο σαλόνι. Τα πρώτα χρόνια η γιαγιά ζέσταινε νερό- για να κάνουμε μπάνιο- στην μαντεμένια σόμπα και όμως δεν κρύωσα ποτέ. Σε αυτό το σπίτι οι κουρελούδες πλάκωναν η μια την άλλη και τα υφαντά τα καλά τα προσέχαμε σαν τα μάτια μας. Ο νεροχύτης ήταν από μάρμαρο και η γιαγιά μου έπλενε τα πιάτα με χειροποίητο σαπούνι.
Σε αυτή την εξωτερική βρύση, στην αυλή του χωριού μου, πλύναμε δεκάδες εντόσθια για μαγειρίτσες πασχαλινές. Πλύναμε δεκάδες χόρτα και λαχανικά. Σε αυτή την εξωτερική βρύση κάθε άνοιξη δεν μπορούσα να πλησιάσω από τις μέλισσες που γυρόφερναν την πασχαλιά που βρισκόταν πίσω της.
Τώρα, το σχολείο έχει κλείσει από χρόνια. Η εκκλησία κατέρρευσε σχεδόν και είναι και πάλι υπό κατασκευή χάνοντας από την ομορφιά της. Κάτω από τον πλάτανο στην αυλή του χωριού μου, υπάρχει ένα παχύ χαλί από ξερά φύλλα. Η στέρνα είναι γυμνή και άδεια. Το πηγάδι σχεδόν καμουφλαρισμένο από τα φύλλα και αυτό. Το κοτέτσι άδειο. Το πλαϊνό παραθύρι κρύβει μόνο σκοτάδι τώρα πια και η ξύλινη πόρτα είναι μονίμως κλεισμένη. Το κατώι ερημωμένο, η πόρτα του σχεδόν σαπισμένη. Η εξωτερική η βρύση πνιγμένη από τα φύλλα της πασχαλιάς... Το σπίτι- ανακαινισμένο μα άδειο- δεν θυμίζει σε τίποτα το γεμάτο ζεστασιά και αγάπη σπιτικό της γιαγιάς μου. Το πορτόνι μόνιμα κλειστό...
Η ζωή όμως συνεχίζεται... Και κρυφοκοιτάει πίσω από αυτό...
Η γιαγιούλα μου είναι ακόμα εδώ. Μπορεί να επιστρέφει σαν επισκέπτης στο ίδιο της το σπίτι- μα είναι εδώ. Εμείς είμαστε ακόμα εδώ. Και με μια νέα, φρέσκια γενιά να ακολουθεί ήδη. Αυτόν το καφέ ακόμα μπορείς να τον πιεις αν το θες, σίγουρα με μια βόλτα κάποιος θα σε φιλέψει. Τα φυτά παλεύουν, επιμένουν να μείνουν ζωντανά παρά της εγκατάλειψη. Μπορεί οι περισσότερες φωνές να έχουν σιγάσει, παρουσίες να έχουν χαθεί, εγώ όμως επιμένω.
Επιμένω να κρατήσω ζωντανές τις αναμνήσεις αυτού του σπιτιού, αυτής της αυλής, αυτού του χωριού. Επιμένω να πίνω τον καφέ μου εκεί ακόμα και αν κάθομαι δίπλα σε ένα χαλί από πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα. Επιμένω να θυμάμαι τις όμορφες στιγμές και αυτές να διηγούμαι στο παιδί μου. Επιμένω να του διδάξω πως ακόμα και αν το θέλει μόνο αυτός, η ζωή μπορεί να επανέλθει. Οι αναμνήσεις να πληθύνουν. Να γίνουν δίκες του, προσωπικές.
Άλλωστε ξέρει ήδη. Ο τρίχρονος γιος μου πολλές φορές με διδάσκει αντί να τον διδάξω. "Να ποτίσω θέλω μαμά. Τα λουλούδια της γιαγιάς στο χωριό σου, μπορώ;"
Αν μπορείς λέει... Όλα πότισε τα αγόρι μου.... Δεν άφησε ούτε γλάστρα.... Ακόμα και αν το λουλούδι ίσα που φαινόταν μέσα από τις πρασινάδες... Πότισε αγόρι μου και εγώ θα επιστρέφω πάντα εδώ. Στην αυλή των παιδικών μου χρόνων. Γιατί τα παιδιά συνήθως μεγαλώνουν τα καλοκαίρια και εγώ το μεγαλύτερο μέρος των καλοκαιριών μου το πέρασα σε αυτή. Εδώ μεγάλωσα σχεδόν. Κόβοντας μπουμπούκια από αυτά τα λουλούδια που τώρα εσύ θες να ποτίσεις.
Θα επιστρέφω πάντα εδώ ακόμα και αν το χαλί των πεσμένων φύλλων είναι τόσο παχύ που σε προκαλεί να ξαπλώσεις πάνω του. θα επιστρέφω και θα σου λέω τις ιστορίες μου. Έτσι. Για να κατανοήσεις, έστω και λίγο, πως από εκείνο το μικρό, ισχνό και σχεδόν αναιμικό κοριτσάκι που ντρεπόταν και την σκιά της, έγινα η γυναίκα και μητέρα που τώρα εσύ γνωρίζεις...
Είναι όμως το δικό μου χωριό. Αυτό στο οποίο πέρασα τις πιο όμορφες μέρες της παιδικής μου ηλικίας. Στα είκοσι αυτά σπίτια ζουν άνθρωποι που τους γνωρίζω μια ζωή. Στην εκκλησία του παντρεύτηκα και στο νεκροταφείο του έχω αποχαιρετήσει πολλά αγαπημένα πρόσωπα. Καφενείο δεν μας χρειάζεται, οι πόρτες μένουν ανοιχτές και πάντα κάποιος θα σε φιλέψει καφέ αν θες.
Σε αυτό το χωριό γνώρισα για πρώτη φορά τον παππού μου και την γιαγιά μου. Σε αυτή την αυλή γνώρισα τα ξαδέλφια από την πλευρά της μητέρας μου- κάτι ζεστά και ατελείωτα καλοκαίρια που την γεμίζαμε με τις φωνές μας και τα παιχνίδια μας. Σε αυτό το χωριό πήγα πρώτη δημοτικού με δασκάλα την ίδια μου την θεία. Σε αυτό το σχολείο ερωτεύτηκα για πρώτη φορά ένα ντροπαλό και τόσο γλυκό αγόρι.
Κάτω από τον τεράστιο πλάτανο του παππού ονειρεύτηκα πολλές φορές την ζωή μου. Διάβασα ατελειώτα κόμιξ και βιβλία. Δίπλα στο πηγάδι και την στέρνα έφτιαξα πολλά κάστρα στην άμμο. Παρακάλεσα πολλές φορές την γιαγιά μου να βουτήξω μέσα στο νερό της. Δεν με άφησε ούτε μια φορά.
Στο κοτέτσι του μάζεψα πολλά φρέσκα αυγά. Κάποιες φορές ακόμα καυτά. Φοβήθηκα μα και σεβάστηκα την κλώσα που σε ακολουθούσε απειλητικά με το βλέμμα της μη τύχει και της πειράξεις τα αυγά της. Σήκωσα την μικρή μου ξαδελφή από κάτω και την πήρα αγκαλιά να την παρηγορήσω όταν της επιτέθηκε χωρίς λόγο ο κόκορας.
Στο επιβλητικό του κατώι- το πρώτο μισογκρεμισμένο πια σπίτι του παππού μου- πολλές φορές μπήκα αθόρυβα, λες και έμπαινα σε χώρο ιερό, νυχοπατώντας και κρατώντας την γιαγιά μου από τη ποδιά της για να βάλουμε λάδι στο λαδικό. ( τι ιεροτελεστία και εκεί- τι μυρωδιές- πόσο σεβασμό διδάχθηκα για τα "αυτονόητα").
Στον στάβλο του, πόσες ώρες πέρασα. Ναι, Μέσα στα άχυρα και εγώ, να χαζεύω με δέος τα κατσικάκια και να κάθομαι υπομονετικά- να ξεροσταλιάζω με τις ώρες- σε ένα τελάρο μέχρι να με εμπιστευτούν και να με πλησιάσουν μια σταλιά. Να τα χαιδέψω έστω και ένα δευτερόλεπτο για να τρέχω μετά στην γιαγιά μου και να παρακαλάω με κλάματα να μην τα σφάξουν, να τα αφήσουν να ζήσουν.
Σε αυτή την αυλή- την αυλή των παιδικών μου χρόνων- λάτρεψα μια κουζίνα εξωτερική μια σταλιά. Από το πλαινό της παραθύρι έβλεπα την γιαγιά μου να τηγανίζει, να μαγειρεύει, να τρέχει αλαφιασμένη. Από την μικρή του ρωγμή -που σαν να υπήρχε από πάντα- έβγαιναν οι λαχταριστές μυρωδιές των φαγητών της γιαγιάς μου. Φαγητά απλά, που απαιτούσαν ένα μόνο σκεύος και δυνατή φωτιά στο γκάζι- μα φαγητά που γιάτρευαν την ψυχή. Πάντα να λαχταράω να αφήσω την ξύλινη πόρτα της ορθάνοιχτη, να ξεχυθεί η μαγεία της έξω, πάντα η γιαγιά να φωνάζει να την κλείσω μη μπουν μέσα γάτες.
Σε αυτό το χωριό περπάτησα πολλές φορές μέχρι την εκκλησία ή μέχρι το σχολείο. Πολλές φορές πήρα τις ξαδέλφες μου, την μικρή εγώ από το χέρι και μπροστά μου την μεγάλη να κρατάει την μεσαία από το χέρι για να πάμε στην αυλή της εκκλησίας- δίπλα ακριβώς από το κοιμητήριο- να μιλήσουμε ώστε να μας ακούει και ο παππούς όταν πια δεν ήταν μαζί μας... Σε αυτούς τους δρόμους άπειρες φορές περπατήσαμε με την γιαγιά μου για να πάμε το πρωί τα ζωντανά να βοσκήσουν και το απόγευμα για να τα φέρουμε πίσω στον στάβλο.
Σε αυτό το σπίτι- στο χωριό μου- έφαγα, γέλασα, έκλαψα, τσακώθηκα, δέθηκα, αποκοιμήθηκα, έζησα, τόσες μέρες από την ζωή μου. Σε αυτό το σπίτι, η πόρτα της κουζίνας ήταν πάντα κλειστή γιατί έμπαζε κρύο και το μπάνιο ήταν δυο βήματα έξω από την πόρτα στο σαλόνι. Τα πρώτα χρόνια η γιαγιά ζέσταινε νερό- για να κάνουμε μπάνιο- στην μαντεμένια σόμπα και όμως δεν κρύωσα ποτέ. Σε αυτό το σπίτι οι κουρελούδες πλάκωναν η μια την άλλη και τα υφαντά τα καλά τα προσέχαμε σαν τα μάτια μας. Ο νεροχύτης ήταν από μάρμαρο και η γιαγιά μου έπλενε τα πιάτα με χειροποίητο σαπούνι.
Σε αυτή την εξωτερική βρύση, στην αυλή του χωριού μου, πλύναμε δεκάδες εντόσθια για μαγειρίτσες πασχαλινές. Πλύναμε δεκάδες χόρτα και λαχανικά. Σε αυτή την εξωτερική βρύση κάθε άνοιξη δεν μπορούσα να πλησιάσω από τις μέλισσες που γυρόφερναν την πασχαλιά που βρισκόταν πίσω της.
Τώρα, το σχολείο έχει κλείσει από χρόνια. Η εκκλησία κατέρρευσε σχεδόν και είναι και πάλι υπό κατασκευή χάνοντας από την ομορφιά της. Κάτω από τον πλάτανο στην αυλή του χωριού μου, υπάρχει ένα παχύ χαλί από ξερά φύλλα. Η στέρνα είναι γυμνή και άδεια. Το πηγάδι σχεδόν καμουφλαρισμένο από τα φύλλα και αυτό. Το κοτέτσι άδειο. Το πλαϊνό παραθύρι κρύβει μόνο σκοτάδι τώρα πια και η ξύλινη πόρτα είναι μονίμως κλεισμένη. Το κατώι ερημωμένο, η πόρτα του σχεδόν σαπισμένη. Η εξωτερική η βρύση πνιγμένη από τα φύλλα της πασχαλιάς... Το σπίτι- ανακαινισμένο μα άδειο- δεν θυμίζει σε τίποτα το γεμάτο ζεστασιά και αγάπη σπιτικό της γιαγιάς μου. Το πορτόνι μόνιμα κλειστό...
Η ζωή όμως συνεχίζεται... Και κρυφοκοιτάει πίσω από αυτό...
Η γιαγιούλα μου είναι ακόμα εδώ. Μπορεί να επιστρέφει σαν επισκέπτης στο ίδιο της το σπίτι- μα είναι εδώ. Εμείς είμαστε ακόμα εδώ. Και με μια νέα, φρέσκια γενιά να ακολουθεί ήδη. Αυτόν το καφέ ακόμα μπορείς να τον πιεις αν το θες, σίγουρα με μια βόλτα κάποιος θα σε φιλέψει. Τα φυτά παλεύουν, επιμένουν να μείνουν ζωντανά παρά της εγκατάλειψη. Μπορεί οι περισσότερες φωνές να έχουν σιγάσει, παρουσίες να έχουν χαθεί, εγώ όμως επιμένω.
Επιμένω να κρατήσω ζωντανές τις αναμνήσεις αυτού του σπιτιού, αυτής της αυλής, αυτού του χωριού. Επιμένω να πίνω τον καφέ μου εκεί ακόμα και αν κάθομαι δίπλα σε ένα χαλί από πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα. Επιμένω να θυμάμαι τις όμορφες στιγμές και αυτές να διηγούμαι στο παιδί μου. Επιμένω να του διδάξω πως ακόμα και αν το θέλει μόνο αυτός, η ζωή μπορεί να επανέλθει. Οι αναμνήσεις να πληθύνουν. Να γίνουν δίκες του, προσωπικές.
Άλλωστε ξέρει ήδη. Ο τρίχρονος γιος μου πολλές φορές με διδάσκει αντί να τον διδάξω. "Να ποτίσω θέλω μαμά. Τα λουλούδια της γιαγιάς στο χωριό σου, μπορώ;"
Αν μπορείς λέει... Όλα πότισε τα αγόρι μου.... Δεν άφησε ούτε γλάστρα.... Ακόμα και αν το λουλούδι ίσα που φαινόταν μέσα από τις πρασινάδες... Πότισε αγόρι μου και εγώ θα επιστρέφω πάντα εδώ. Στην αυλή των παιδικών μου χρόνων. Γιατί τα παιδιά συνήθως μεγαλώνουν τα καλοκαίρια και εγώ το μεγαλύτερο μέρος των καλοκαιριών μου το πέρασα σε αυτή. Εδώ μεγάλωσα σχεδόν. Κόβοντας μπουμπούκια από αυτά τα λουλούδια που τώρα εσύ θες να ποτίσεις.
Θα επιστρέφω πάντα εδώ ακόμα και αν το χαλί των πεσμένων φύλλων είναι τόσο παχύ που σε προκαλεί να ξαπλώσεις πάνω του. θα επιστρέφω και θα σου λέω τις ιστορίες μου. Έτσι. Για να κατανοήσεις, έστω και λίγο, πως από εκείνο το μικρό, ισχνό και σχεδόν αναιμικό κοριτσάκι που ντρεπόταν και την σκιά της, έγινα η γυναίκα και μητέρα που τώρα εσύ γνωρίζεις...








