Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

Οι γυναίκες ήμαστε σαν τα λουλούδια....

(Αυτό το κείμενο γράφτηκε μια μέρα, στις 4 τα ξημερώματα,  που ένιωθα ανεπαρκής, λίγη και γεμάτη ενοχές) 

Σήμερα λοιπόν σηκώθηκα στις 5 για να ξυπνήσω τον άντρα μου να πάει στην δουλειά. Έπεσα ξανά για ύπνο, μα η αλήθεια είναι πως δύσκολα κοιμάμαι βαθιά αφού σηκωθώ. Το ξυπνητήρι χτύπησε για μένα στις 6:30. Σηκώθηκα έπλυνα τα δόντια με μισόκλειστα σχεδόν ματιά και νίφτηκα σαν 5χρονο,  μόνο με το δείκτη μου να περνάει στα κλέφτρα από το νερό γιατί δεν αντέχετε τόσο κρύο, τέτοια ώρα. 

Γραμμή για την κουζίνα, ανάβω air condition να ζεστάνει μέχρι να σηκωθεί το παιδί. Φτιάχνω καφέ, του οποίου της αναλογίες είχα ετοιμάσει αποβραδίς. Μεγάλη ευκολία αυτή μέσα στην γελοιότητα της. Μα πίστεψε με κάνει την διαφορά. Πίνω την πρώτη γουλιά σαν τον ναρκομανή που του στερούν την δόση του. Ανοίγω ραδιόφωνο. Πάντα Μελωδία. Βάζω μπροστά να μαγειρέψω στην χύτρα, φακές έχει σήμερα το μενού. Μέχρι τις 7:10 η χύτρα βράζει ήδη. Πίνω άλλη μια κλέφτη μεγάλη γουλιά καφέ. Έχει ήδη κρυώσει.

Πάω να ξυπνήσω το παιδί. Ανάβω φώτα, κάθομαι αναπαυτικά και αρχίζω να τον ξυπνάω. Γλυκά στην αρχή, μετά αρχίζουν τα πειράγματα και τα γαργαλητά! 10 λεπτά αποκλειστικά για ζουζούνιες- να αρχίσει η μέρα θετικά. Τον στέλνω για δόντια και νίψιμο και γραμμή πάλι στην κουζίνα να ετοιμάσω το κολατσιό του. Ετοιμάζω ταυτόχρονα το πρωινό του. Έρχεται να φάει. Όσο τρώει, ανοίγω παντζούρια , συμμαζεύω σαλόνι και στρώνω κρεβάτια. Μαζεύω το πρωινό του και βγάζω το φαγητό από την φωτιά. Όσο ντύνεται ο μικρός, με τα ρούχα που έχω ετοιμάσει αποβραδίς, ντύνομαι και εγώ. 7 και 50 ήμαστε έτοιμοι για αναχώρηση. Ανοίγω τα παράθυρα με τις σιδεριές να αεριστεί το σπίτι, ο μικρός κλείνει το ράδιο και βγαίνουμε από το σπίτι. 

5 λεπτά να ζεστάνει το αυτοκίνητο- έχει παγωνιά- ευτυχώς το σχολείο μας είναι κοντά, 8 η ώρα τον έχω ήδη αφήσει, αγοράζω έναν καφέ στο χέρι και φεύγω. Πάω στην, δόξα τον Θεό, τετράωρη εργασία μου, όπου έχω και την πολυτέλεια αν χρειαστεί να φύγω νωρίτερα ή και να λείψω ακόμα. (τα καλά της οικογενειακής επιχείρησης). Δουλειά που απαιτεί σωματική κόπωση, όχι όμως και πνευματική. Καθαρίζω λίγο το μυαλό. Έρχονται εκτάκτως και οι γονείς μου να ζυμώσει κάτι επτάζυμα παξιμάδια αυτός ο τρελός ο Κρητικός, τον βοηθάω, λέμε και τα νέα μας- ωραία είναι δεν τους βλέπω συχνά τα ωράρια αντίθετα. Για να κάθομαι εγώ βράδυ με το παιδί, εργάζονται πάντα και ακόμα αυτοί. 

Στο τετράωρο φεύγω και πάω για τα ψώνια της ημέρας. Σήμερα ήταν λαϊκή, φούρνος και κάτι ρούχα που είχα αφήσει στην μοδίστρα. Σκέφτομαι πως πρέπει να πάρω τον παιδίατρο να τον ρωτήσω γιατί το παιδί ξεκίνησε ξαφνικά να ζαλίζεται στα ταξίδια. Είναι φυσιολογικό; Από Δευτέρα όλο λέω να τον πάρω, γιατί το αμελώ; Μα δεν μιλάω ΠΟΤΕ στο κινητό όταν οδηγώ, οπότε συνεχίζω κανονικά.

 Φτάνω σπίτι 12:10,  ανεβαίνω σαν την τρελή, με δέκα κιλά ψώνια στα χέρια να προλάβω να τα βάλω στη θέση τους, να κόψω το λάχανο να το βρω έτοιμο το βράδυ, να μαζέψω τον νεροχύτη και να απλώσω το πλυντήριο, που ξέχασα να σου πω, έβαλα το πρωί. Να βάλω στην θέση τους και όσα ρούχα προλάβω από το χθεσινό σιδέρωμα. (είναι δυο μικρά βουνά!) Με παίρνει τηλέφωνο η Σουλτάνα να ρωτήσει αν θα της φτιάξω γλυκά να μας κεράσει για τα γενέθλια της μικρής- δεν γιορτάζουμε επίσημα φέτος, μόνο εμείς και εμείς, και  θυμάμαι πως πρέπει να αγοράσω μπαλόνια να της κάνω έκπληξη την Δευτέρα, αποφασίζω να αλλάξω την ρουτίνα της ημέρας και να πάρω τον μικρό απευθείας μετά το σχολείο για βρώμικο φαγητό, όπου δίπλα έχει και το γνωστό παιχνιδομάγαζο να πάρουμε τα μπαλόνια. Ο Παναγιώτης θα αργούσε να γυρίσει, οπότε ετοιμάζω το φαΐ να θέλει μόνο ζέσταμα, και αυτός σκέφτομαι κουρασμένος θα έρθει από την δουλειά. Κλείνω παντζούρια γιατί θα έχει νυχτώσει όταν θα επιστρέψουμε και αναρωτιέμαι γιατί τα άνοιξα εξαρχής. 12:55 φεύγω να πάρω το παιδί από το σχολείο. 

Έξω από το σχολείο, παίρνω μερικά τηλέφωνα που πρέπει όσο περιμένω,και ψάχνω και στο διαδίκτυο ιδέες για τα δικά μας γενέθλια. Το μικράκι μου επιτέλους σχολάει, του παίρνω την τσάντα- ασήκωτη είναι και αυτή- τον ενημερώνω για την αλλαγή "πλεύσης", ενθουσιάζεται και ξεκινάμε.  Πάμε για βρώμικο φαγητό και ψώνια. Μου έχει έρθει και μια ειδοποίηση από το ταχυδρομείο μερικές μέρες, ευκαιρία να μπω νωρίτερα σήμερα που έχει και μουσική έκφραση να πάρω το δέμα. Κουβεντιάζουμε στο φαγητό, βασικά μόνη μου μιλάω - κουβέντα δεν του παίρνω του σκασμένου- κομμάτια και αυτό- "Που το τρέχω" αναρωτιέμαι, είναι τόσο σημαντική πια αυτή η δραστηριότητα;" Στο παιχνιδομάγαζο ζωντανεύει λίγο, να δοκιμάζει ότι αποκριάτικο υπάρχει και δεν υπάρχει - εγώ να προλάβω μην φορέσει μάσκες στο πρόσωπο, κυκλοφορεί και μια γρίπη, ο καθένας μπορεί να την έχει βάλει στο πρόσωπο του. Ζαλώνομαι και από εκεί τα πράγματα. 

Φεύγουμε για ταχυδρομείο και μουσική έκφραση. Το ταχυδρομείο κλειστό - εκτάκτως - και εγώ να βρίσκομαι μια ώρα νωρίτερα από το μάθημα του κέντρο. Που να πάμε, αυτό σέρνεται. Και εγώ, μην κρυβόμαστε.  (έχει σημασία;) Στηνόμαστε έξω από το μάθημα 45 λεπτά πριν. Κοντεύει να αποκοιμηθεί. Πίνω τον τρίτο καφέ της μέρας μα ξαφνικά με πιάνει αηδία, τον πετάω. Τον περιμένω απέξω μιάμιση ώρα σε μια καρεκλίτσα που με το ζόρι χωράω. Μπαίνω ίντερνετ να περάσει η ώρα. Χαζεύω, απαντάω σε μερικά, αλληλεπιδρώ με άλλα. Ακούω να του κάνει παρατηρήσεις - μα έχει κουραστεί το παιδί πως να αντεπεξέλθει; Ευτυχώς έχω παρκάρει κοντά. Θυμάμαι τον παιδίατρο, φτου είναι νωρίς δεν έχει ανοίξει για απόγευμα. Το μάθημα αργεί, τον βγάζει με καθυστέρηση, 18:45 ξεκινάμε - επιτέλους για το σπίτι. Βρίσκουμε κίνηση, ευτυχώς λίγα πράγματα. 19:15 φτάνουμε επιτέλους.

 Αγκαλιές κακό με τον μπαμπά του, βρίσκω χρόνο να κάνω ένα ντους και να αλλάξω! Ετοιμάζω το βραδινό - το μεσημεριανό δηλαδή που δεν φάγαμε και μια ξεχωριστή τσαχπινιά για το άλλο μου εγώ - σιγά μην ξανά φάει φακές! Τρώμε, μαζεύω νεροχύτη και σαλόνι όσο ο Παναγιώτης παίζει με το παιδί. Σήμερα είναι σπίτι, έτσι δεν θα διαβάσω εγώ το παραμύθι, ούτε θα του πλύνω εγώ τα δόντια - μιλάμε για σούπερ ρεπό - στα αλήθεια έτσι νιώθω. Μπαίνω ίντερνετ όσο "ρεπάρω", απαντάω σε μερικά, αλληλεπιδρώ με άλλα - μπα πόνεσε το χέρι μου, α στο καλό δεν έχει και τίποτα αυτή η τηλεόραση. Κρυώνω κιόλας, πέρασε και η ώρα. Σηκώνομαι. 

Κάνω ένα "παπ, παπ, παπ" ντους το μικράκι μου- έτσι το λέμε το γρήγορο ντουζάκι- και ξαπλώνουμε όλοι παρέα, να ακούσω τον Παναγιώτη να "σκοτώνει" ακόμα ένα παραμύθι! Έχει πάει 9 θυμάμαι τον γιατρό, που να τον πάρω τέτοια ώρα. Άστο. Από Δευτέρα. Το σημειώνω με τριπλή υπογράμμιση στην ατζέντα μου. Λέμε κάνα νέο και με αυτόν τον άντρα μου που δεν τον έχω δει όλη μέρα, όοοοχι,  πετάγετε το μαϊμούδι για γαργαλητά και προσοχή! Θα τα πούμε μετά λέμε και περιμένουμε να αποκοιμηθεί το θηριάκι γιατί είναι και αγκαλίτσας. Είναι όμως και το υπνωτικό μας, τι να λέμε σε λίγο θα ροχαλίζουμε και εμείς μαζί του. 

Λίγο πριν κοιμηθώ αναρωτιέμαι τι στο καλό έκανα όλη μέρα και είμαι τόσο κουρασμένη... "Τίποτα δεν έκανες και σήμερα" λέω στον εαυτό μου και το πιστεύω... "Ούτε διάβασμα είχαμε σήμερα, ούτε έξτρα δουλειές στο σπίτι, ούτε τίποτα. Γιατί κουράστηκες μου λες;" μονολογώ σαν την τρελή στον εαυτό μου.  Μα δεν προλαβαίνω να μου απαντήσω, διότι πράγματι αποκοιμιέμαι. Σχεδόν από τις 9:30. 

Ξυπνάω φυσικά γύρω στις 3:30 τα ξημερώματα. Δεν είμαι μαθημένη να κοιμάμαι τόσες ώρες. Στριφογυρνάω σαν σβούρα. Το μυαλό αρχίζει πάλι να δουλεύει υπερωρίες- μα οι μεταμεσονύκτιες υπερωρίες για καλό δεν είναι. Το βράδυ όλα διογκώνονται. Όλα παραμορφώνονται. Αν πριν κοιμηθώ ήμουν ανεπαρκής, τώρα στις 4 τα ξημερώματα ήμουν απολύτως άχρηστη. 

Σηκώνομαι. Πάω στο σαλόνι- δεν έχω ίντερνετ σε όλο το σπίτι, ευτυχώς- και γράφω. Γράφω επί λέξη κάθε μικρό ή μεγάλο πράγμα που έκανα. Από το πρωί που ξύπνησα μέχρι το βράδυ που κοιμήθηκα. Για να το διαβάζω οπότε νιώθω ανεπαρκής. Ή λίγη. Ή ότι δεν πρόσφερα αρκετά στην οικογένεια μου. Γιατί βλέπεις, ακόμα γράφω. Άρα μήπως τελικά έκανα κάτι; Μήπως έκανα πολλά; Μήπως κάθε μέρα κάνω κάτι; Διότι, αυτή η μέρα για την οποία γράφω, θα μπορούσε να είναι η κάθε μέρα μου-  μα με παραλλαγές. Και μάλιστα πιο περίπλοκες. Με διαβάσματα, και ραντεβού σε γιατρούς και ατελείωτες δουλειές και υποχρεώσεις. Και κάθε μέρα να νιώθω πως ήμουν ανεπαρκής. Ποτέ να μην ακούω μια επιβεβαίωση. Μα γιατί την χρειάζομαι αλήθεια; Απορώ....  

Και έτσι όπως σταματάω πια το γράψιμο- δεν έχω άλλο να πω- βλέπω τα λουλουδάκια μου να έχουν ξεπεταχτεί... Τα λουλούδια που μου έφερε μια μέρα, κάποια εβδομάδα ο Παναγιώτης και τα άλλα που πήρα μόνη μου,  μια μέρα που ήθελα να με κανακέψω. Τα ποτίζω λίγο, λίγο βδομάδες τώρα και περιμένω... Περιμένω,  με λαχτάρα  αλήθεια είναι,  να φανούν τα μπουμπούκια τους, να ξεχυθούν οι μυρωδιές. Και να' τα που φανερώνονται σιγά σιγά. Και θυμάμαι τα λόγια της θείας μου της Ε. που δεν είναι πια κοντά μας, να λέει λίγους μόλις μήνες πριν πεθάνει. "Οι γυναίκες είναι σαν τα λουλούδια. Λίγο πότισμα θέλουν, μα τι άνθη που θα σου δώσουν..."  Και πόσο δίκιο είχε. Λίγο πότισμα θέλω. Να το θυμάμαι. Τα βράδια που νιώθω ανεπαρκής, λίγη και γεμάτη ενοχές. 

(αυτή η κατάθεση ψυχής αφορά αποκλειστικά εμένα, με τα δικά μου μοναδικά δεδομένα, και τις δικές μου συνθήκες διαβίωσης και βίου. Δεν αναμένω επιβεβαίωση ή κριτική.  Δεν είναι διαγωνισμός αν έκανα όντως πολλά ή αν θα μπορούσα να κάνω περισσότερα. Είναι απλά αυτό. Μια προσωπική μου επιβεβαίωση πως τελικά ΚΆΤΙ έκανα. Και αν νιώθεις και εσύ έτσι το βράδυ που πέφτεις να ξαπλώσεις, σε προτρέπω να γράψεις- σε ένα κομμάτι χαρτί, στο κινητό σου, όπου σε βολεύει- τι έκανες εσύ μια μέρα σου. Πίστεψε με, θα κουραστείς να γράφεις.)


Τρίτη 9 Απριλίου 2019

"Η μαμά μου έχει τρία παιδιά..."

Τις προάλλες ήμασταν στο πατρικό μου και ο πατέρας μου είχε όρεξη για συζήτηση με τον μικρό. Σε κάποια φάση και ενώ σαχλαμάριζε νομίζοντας πως ο Δημήτρης Γεράσιμος είναι ακόμα τριών- μου θύμισε  τότε που είχε πάει στο Γυμνάσιο να πάρει τους βαθμούς μου αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει πως πήγαινα πια λύκειο- τον ρώτησε για πλάκα: 

-Για πες μου! Πόσα παιδιά έχει η δική σου η μάνα; 

Ο Δημήτρης Γεράσιμος σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα, όπως κάνει πάντα όταν τον ρωτάνε κάτι, και μετά απάντησε με εμφανή σιγουριά στην φωνή του. 

-Τρία. 
-Τρία; ρώτησε απορημένος ο πατέρας μου. Ποια τρία δηλαδή, πες μου. 
-Την Χριστίνα, τον Δημήτρη και εμένα- τον Δημήτρη Γεράσιμο. 

Η καρδιά μου εμένα απλώς σταμάτησε. Σώπασα να μην χάσω ούτε τόνο από την συνέχεια. Ο πατέρας μου να επιμένει. 

-Κάτσε βρε φίλε μου,  νομίζω πως τα έχεις μπερδέψει. Και τότε το αγόρι μου, το ξεχωριστό αυτό πλάσμα απάντησε με σιγουριά: 
-Η μαμά μου έχει τρία παιδιά. Την μεγάλη μου αδελφή που θα βαφτιζόταν Χριστίνα. Τον μεγαλύτερο μου αδελφό, τον Δημήτρη. Και εμένα. Τον Δημήτρη Γεράσιμο. 

Με δυσκολία συγκράτησα τα δάκρυα μου. Γιατί η αλήθεια είναι αυτή ακριβώς. Πως έχω τρία παιδιά. Πως το αγόρι μου έχει δυο αδέλφια. Και πως ακόμα και αν δεν βρίσκονται μαζί μας σωματικά, δεν τα ξεχνάμε ποτέ. Μα αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν πως η δική μου αλήθεια είναι και δική του αλήθεια. Δεδομένη. Τόσο απλά, τόσο απόλυτα. Και είμαι περήφανη για αυτό το μικρό/μεγάλο αγόρι....

Είμαι περήφανη που αγκαλιάζει τις αλήθειες του με σθένος. Που χωρίς να συζητάμε για τα αδέλφια του, αυτός αντιλαμβάνεται την αγάπη μας για αυτά. Την νιώθει. Είμαι περήφανη που έχει την καρδιά του ανοιχτή σε αυτό που δεν βλέπει μα και πάλι πιστεύει. Πόσο σπουδαίο είναι αυτό;

 Είμαι περήφανη γιατί το σποράκι μου μόλις που αρχίζει να ανθίζει... Μα τι υπέροχα λουλούδια μεγαλώνει... Με πόσο αγνά χρώματα... Όλη μου η έννοια να συνεχίσω να κρατάω εύφορο το έδαφος. ( όπως πολύ σωστά έγραψε η γλυκιά μου Πριγκιπέσσα.)  

Μόνο αυτό. 


Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Ένα πεταμένο μπουφάν στο πάτωμα...

Μπαίνοντας στο σπίτι μετά το σχολείο, το πρώτο που κάνει το μαιμούδι είναι να πετάξει κάτω το μπουφάν του και να τρέξει στο δωμάτιο του όλο χαρά. 


Και εγώ το λατρεύω αυτό το πεταμένο μπουφάν στο πάτωμα... Γιατί είναι μια κίνηση που δεν θα έκανε ποτέ πριν μπει στο σχολικό περιβάλλον και την σχολική ρουτίνα. Τώρα όμως το κάνει. Και ο λόγος που λατρεύω αυτή του την κίνηση είναι επειδή διαβάζω πίσω από αυτήν  την χαρά του που γύρισε σπίτι, την λαχτάρα να ξαναβρεθεί στον οικείο του χώρο, την αίσθηση ελευθερίας και ανεμελιάς που μόνο το σπιτικό μας μπορεί να μας προσφέρει... Για να το κάνει λοιπόν σημαίνει πως νιώθει όλα αυτά... 

Πως λοιπόν να μην λατρεύω αυτό το πεταμένο μπουφάν στο πάτωμα; Αφού έτσι μου δείχνει την αγάπη του. Την ασφάλεια και την ξεγνοιασιά που νιώθει μέσα στο σπίτι μας. Και αν είναι λίγο άτσαλος τι; Ξεκίνησαν τόσοι καινούργιοι κανόνες στην καθημερινότητα του στο σχολείο που δεν χάθηκε ο κόσμος αν τον ευχαριστεί να μην ακολουθεί πια έναν στο σπίτι. Γιατί είναι αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που μας κάνουν... οικογένεια... 

Ναι. Όπως ένα πεταμένο μπουφάν στο πάτωμα. 

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Σκέψεις και αναμνήσεις που με αφοπλίζουν....

Μόλις χθες συνειδητοποίησα πως από αυτά τα τρία χρόνια που ζω με το μαιμούδι μου, από όλες αυτές τις μοναδικές στιγμές που μοιραζόμαστε - ο ίδιος πιθανότατα δεν θα έχει καμία απολύτως ανάμνηση... 

Συνειδητοποίησα πως οι αναμνήσεις του θα αρχίσουν να "μένουν" για το υπόλοιπο της ζωής του πιθανότατα στα τέσσερα και ίσως και αργότερα... Και ξαφνικά σκέφτηκα. Αν κάποιος τον ρωτήσει, "Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις με την μητέρα σου;" , άραγε τι θα σκεφτεί; Ποια θα είναι αυτή η ανάμνηση; 

Και μετά σαν τρένο που δεν έχει φρένα σε κατηφόρα, η σκέψη μου περιπλανήθηκε στις δικές μου πρώτες αναμνήσεις...Ποιες είναι αυτές;;; Από χθες έχω στύψει το μυαλό μου να θυμηθώ... 

Θυμάμαι πολύ καλά ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση με την αδελφή μου. Ήμασταν ακόμα στην Αφρική και υποθέτω ήμουν δυο χρονών, μιας και  η μητέρα μου λέει πως τότε έκοψα την πάνα, και αυτό που θυμάμαι είναι να έχω ατύχημα λίγο πριν βγούμε από το σπίτι για βόλτα. Θυμάμαι ότι στεναχωρήθηκα πολύ γιατί λέρωσα το αγαπημένο λούτρινο λαγό της Φωφώς. Και παρόλα αυτά την θυμάμαι- μόλις έξι χρονών παιδάκι- να με αλλάζει μόνη της, να με παρηγορεί και να με βεβαιώνει πως θα το πλύνουμε τον λαγό και δεν πειράζει. Είναι μια ευχάριστη ανάμνηση...

Προσπαθώ λοιπόν, να θυμηθώ ποιες είναι οι πρώτες αναμνήσεις που έχω με τους γονείς μου... Και λέω προσπαθώ διότι δεν θέλω να επηρεαστώ από φωτογραφίες με τις οποίες  πάντα  είτε νομίζεις ότι θυμάσαι, είτε όντως σε βοηθούν να θυμηθείς γεγονότα. Όχι. Προσπαθώ να θυμηθώ την πραγματική πρώτη μου ανάμνηση. 

Και πραγματικά κολλάω... Και σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι... Γιατί δεν είναι εύκολη αυτή η διαδικασία; 

Και τελικά θυμάμαι... (ή νομίζω ότι θυμάμαι;..) 

Η πρώτη ανάμνηση με την μητέρα μου είναι και πάλι στην Αφρική- όπου ήμασταν επίσκεψη στους συγγενείς μας και ξαφνικά ανέβασα πολύ πυρετό. Θυμάμαι έντονα την ανησυχία της και την αγωνία της μέχρι να φτάσουμε στο νοσοκομείο.  Είναι δυσάρεστη ανάμνηση. 

Όχι όμως όσο δυσάρεστη είναι τελικά η πρώτη ανάμνηση από τον πατέρα μου. Και πάλι στην Αφρική όπου είχα φάει πολύ ξύλο επειδή είχα σκίσει το τετράδιο μουσικής της Φωφώς. Και αμέσως μετά θυμάμαι τις αγκαλιές, τα παιχνίδια και τα φιλιά των ενοχών, που τόσο καλά αναγνωρίζω πια σαν μάνα και ας μην έχω χτυπήσει έτσι ποτέ τον Δημήτρη Γεράσιμο... Ωστόσο η ανάμνηση παραμένει -και αυτή-δυσάρεστη. 

Και δεν σοκάρομαι. Γιατί μπορεί να είμαι απόλυτα το κορίτσι του μπαμπά και χόρτασα πολύ πολύ αγάπη και επιβεβαίωση από τον πατέρα μου, αλλά για χρόνια τον φοβόμουν. Δεν σοκάρομαι με την μητέρα μου γιατί ακόμα και σήμερα το κυρίαρχο συναίσθημα που σου βγάζει είναι το άγχος και η αγωνία της και ακόμα μου προκαλεί δυσαρέσκεια αυτό. Δεν σοκάρομαι φυσικά ούτε με την αδελφή μου που συνήθως έχει την ικανότητα να παίρνει μια άσχημη ανάμνηση και να στην μετατρέπει σε όμορφη ή έστω αισιόδοξη... 

Η αφύπνιση όμως που ακολουθεί όλο αυτό τον παραλογισμό σκέψεων είναι αφοπλιστική. 

Είναι λίγα τα χρόνια που θα είμαστε το Α και το Ω στις ζωές των παιδιών μας. Ακόμα πιο λίγα αυτά τα πρώιμα χρόνια που- καλώς ή κακώς- είτε τα θυμόμαστε είτε όχι, μας διαμορφώνουν, μας "πλάθουν" , μας εξοπλίζουν... Η ίδια η ζωή είναι...λίγη. Και επικίνδυνα εύθραυστη. Οπότε....

Τι είναι αυτό που θέλουμε να θυμούνται τα παιδιά μας από εμάς; 

Από την εμπειρία της δικής μου ζωής ως τώρα, θυμάμαι φυσικά στιγμές και καταστάσεις μα περισσότερο θυμάμαι αισθήσεις, μυρωδιές και το κυριότερο συναισθήματα. Μια δυσάρεστη στιγμή μπορεί να γίνει ευχάριστη από εμάς τους ίδιους και την αύρα που θα έχουμε, από την στάση μας, από τα λόγια μας... 

Και επειδή όπως έχει πει ο λατρεμένος μου Ντίκενς, παραφράζοντας τον- πως δεν θυμόμαστε τα γεγονότα όπως έγιναν, μα όπως εμείς τα βιώσαμε- σήμερα, περισσότερο και από "χθες", συνειδητοποιώ το μέγεθος της ευθύνης που φέρω. 

Συνειδητοποιώ πως τώρα είναι η ευκαιρία μου- τα έχω ξαναπεί. 

Γιατί εγώ θέλω- αν ποτέ ρωτήσουν τον γιο μου ποια είναι η πρώτη ανάμνηση του από εμένα- ακόμα και αν δυσκολεύεται να θυμηθεί κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, να γεμίζει το μυαλό του και η καρδιά του με μια αύρα γεμάτη χαμόγελο, αισιοδοξία, ασφάλεια, γαλήνη. 

Και ξέρω, ξέρω πολύ καλά, πως θα με αγαπάει- όπως εγώ αγαπάω τους γονείς μου με κάθε κύτταρο της ύπαρξης μου. Όπως ξέρω πως, εκ των πραγμάτων, η οπτική των κοινών μας αναμνήσεων θα είναι διαφορετική. Το ξέρω αυτό. 

Θέλω όμως, ακόμα και με διαφορετική οπτική, η ανάμνηση να μας κόβει την ανάσα. 

Όπως χθες. Που ενώ ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο δίνοντας στο μαιμούδι μου λίγο πολύτιμο χρόνο να κοιμηθεί που το χρειαζόταν- στην ίδια ακριβώς θέση, την ίδια ακριβώς ώρα- έβλεπα δυο εντελώς διαφορετικές εικόνες. 

Μου έκοψαν όμως και οι δυο την ανάσα... 



Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Η μέρα που με συγκίνησε μια...ακρίδα!

Φέτος ο ίδιος ο Δημήτρης Γεράσιμος αποφάσισε ποιους θα καλέσει στο πάρτι του. 

Τις προάλλες λοιπόν, με σκοπό να πειράξω τις θείες μου που είχαν πολύ καιρό να τον δουν, ανάρτησα μια φωτογραφία της πρόσκλησης στον προσωπικό μου λογαριασμό στο fb τονίζοντας πως εφόσον οι καλεσμένοι είναι δικοί του, κάποιοι, (ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε), όπως έστρωσαν θα κοιμηθούν! 

Την μέρα λοιπόν που ρώτησα τον Δημήτρη για τους καλεσμένους, την πρώτη που ήθελε να καλέσει ήταν την Γεωργία- κατ' εμέ ακρίδα- λόγω της πρόσφατης επίσκεψης μας στην Κρήτη και το πόσο ωραία πέρασε μαζί της. Ήξερα φυσικά πως δεν θα μπορούσε να έρθει απλά για τα γενέθλια, έτσι δεν είπα τίποτα και απλά είχα σκοπό, μόλις το πάρτι γινόταν να τις έστελνα τότε την πρόσκληση παρέα όμως με λιχουδίτσες και δωράκια από αυτό.

Σε αυτή την κοινοποίηση λοιπόν, μου απάντησε η γλυκιά μου Νατάσσα, η καλοπαντρεμένη του (ξ)αδελφού μου του Κωστή και μανούλα της Γεωργίας, πως ζηλεύει... Της είπα λοιπόν την ιστορία ως έχει. Συγκινήθηκε τόσο που σκέφτηκε την κοράκλα της το μαιμούδι, που αμέσως την φώναξε και της το είπε... (και εδώ είναι το λάθος που σου λέω Νατάσσα!) 

Λίγες μέρες μετά με παίρνει τηλέφωνο ο Κωστής αγριεμένος πως τους άναψα φωτιές, πως μπελά δεν είχαν και μπελά βρήκαν και όλα αυτά τα παλαβά που λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Με τα πολλά και αφού έφαγα το μπινελίκι του αιώνα, έμαθα πως η ακριδούλα μου μόλις έμαθε πως την κάλεσε ο Δημήτρης της , τρελάθηκε. 

Ήθελε, οπωσδήποτε, να έρθει το πάρτι του μαιμουδιού...

Πέρασαν πολλές μέρες με διαπραγματεύσεις επί διαπραγματεύσεων, με επιχειρήματα και μη, με πολύ πολύ πολύ πείσμα από την ακρίδα και εμένα να λαμβάνω πλέον απειλητικά τηλεφωνήματα!!!! (χεχεχε) 

Και προχθές με πήρε τηλέφωνο ο Κωστής για να με ενημερώσει πως έκλεισε εισιτήρια. 

Εισιτήρια. Έρχονται. Από την Κρήτη. Για το πάρτι γενεθλίων του μωρού μας. 

Και μπορεί  εκείνη την ημέρα να μην μου άφησε πολλά περιθώρια να το δείξω από τις (ψευτό)αγριάδες του, μα συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ....

Συγκινήθηκα γιατί έμαθα πως η μικρούλα μου απαρνήθηκε κατασκηνώσεις, φορτώθηκε αγγαρείες, μέχρι που πρόσφερε όλα τα χρήματα που αποταμίευε για το δικό μας πάρτι... 

Συγκινήθηκα γιατί ο (ξ)αδελφός μου το θεώρησε αρκετά πιθανών ώστε να το συζητάει καν. Και καλά αυτός είναι τρελός το ξέρω... 

Μα συγκινήθηκα και με την Νατάσσα που παρότι δεν καταλαβαίνει πάντα αυτή την ανάγκη μας να κάνει ο άντρας της την διαδρομή Κρήτη- Πάτρα, Σαλόνι- Τραπεζαρία, δείχνει πάντα ανωτερότητα και κατανόηση. Πάντα να χαίρεται για τις όμορφες στιγμές μας, ακόμα και αν η ίδια λόγω ανωτέρας βίας δεν μπορεί να ακολουθήσει. 

Συγκινήθηκα γιατί το μαιμούδι μου χοροπήδησε από την χαρά του όταν έμαθε ότι θα έρθει η Γεωργία του και πως θα κοιμηθούν και στο ίδιο δωμάτιο! "Και έρχεται από πολύ μακρυά;" ρωτάει κάθε μέρα.... "Πόσο ήταν το ταξίδι μας εμάς μέχρι την Κρήτη;; Τόοοσο μακρυά!" και τα ματάκια του λάμπουν!

Ακριδούλα μου σε περιμένω... Με ανοιχτές αγκάλες και πολλές πολλές εκπλήξεις... 

Με συγκίνησες πολύ σου λέω... 

Όσο για σας τρελόπαιδα μου... 

Σαλόνι- Τραπεζαρία... 

Αυτό. 





Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κρήτη αγαπημένη...

Η τελευταία φορά που κατέβηκα Κρήτη, για διακοπές τουλάχιστον και όχι εκτάκτως, ήταν πριν πέντε χρόνια. Δεν με συμφέρει που το λέω μιας και ο Κωστής θα πάθει πάλι καμιά ταραχή που θα του το θυμίσω, μα δυστυχώς αυτή είναι η μαύρη αλήθεια. 

Εκείνο το Πάσχα, πέντε χρόνια πριν, που επιλέξαμε να κατεβούμε Κρήτη ήταν εξαιρετικά δύσκολο για μας μιας και μόλις πριν δυο μήνες είχαμε χάσει το δεύτερο αγγελούδι μας. Όμως από την στιγμή που θέλαμε να ξεφύγουμε από την πόλη μας και όλες τις ερωτήσεις που θα αναγκαζόμασταν να απαντήσουμε εφόσον λόγω των ημερών θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με πολύ κόσμο- η μόνη επιλογή για μας ήταν η Κρήτη και όχι απλά η Κρήτη, μα το σπίτι του Κωστή και της Νατάσας. 

Και αυτό είναι άλλη μια αλήθεια. 

Αυτές τις διακοπές λοιπόν στην Κρήτη τις είχαμε πολύ ανάγκη φέτος, εγώ σίγουρα περισσότερο από τον Παναγιώτη, μιας και λαχταρούσα πολύ να δω και τους υπόλοιπους συγγενείς μου, ενώ και ο δεσμός μου με το νησί είναι παράξενα άρρηκτος από μικρό παιδί και ας μην έχω ζήσει ποτέ μου εκεί. 

Ένα πράγμα που χόρτασα αυτές τις μέρες και με αυτό θα σας παρασύρω σε αυτό το ταξίδι, είναι... ουρανό και θάλασσα. Χόρτασα υπέροχο, μαγικό, που μυρίζει Θεό ουρανό, ένα φεγγάρι γεμάτο υποσχέσεις του οποίου η μαγεία δεν έχει αποτυπωθεί στο ελάχιστο στις φωτογραφίες, έναν ήλιο εκτυφλωτικό και μια θάλασσα πλανεύτρα... 


Οι αγαπημένοι μου ουρανοί όμως ήταν δυο... Ένας το ξημέρωμα που φτάσαμε Κρήτη όπου ξεπρόβαλε επιβλητικός ο ήλιος πίσω από το βουνό- οιωνός των ημερών που μόλις ξεκινούσαν... 

 .
και ο ουρανός όταν φεύγαμε πλέον από την Κρήτη, με έναν μεγαλοπρεπή ήλιο στην δύση του- ο οποίος με γέμισε δέος και θλίψη που πάντα αποχαιρετώ αυτό το νησί και αυτούς τους ανθρώπους που τόσο αγαπώ... 


Χόρτασα εικόνες, μυρωδιές και αναμνήσεις από το χωριό του πατέρα μου, και όχι μόνο...


Ζωντάνεψαν μνήμες από τις αφηγήσεις του, έπιασα με προσοχή τα χαρούπια στα χέρια μου- ένα ξεραμένο και ένα άγουρο- και σχεδόν ανατρίχιασα αναλογιζόμενη πόσες φορές μου μιλούσε με δέος για αυτούς τους καρπούς που έτρωγαν σαν λιχουδιά εκείνα τα χρόνια. Πως τα χαρούπια ήταν η σοκολάτα τους. Πόσο λυπήθηκα που δεν ήταν ακόμα η εποχή τους να γεμίσω ένα κουτί να του τους φέρω...


Φυτέψαμε την πρώτη σοδειά κηπευτικών του Κωστή και όταν το μαιμούδι βαρέθηκε και άρχισε τις γκρίνιες, η Ακρίδα για μένα- Γεωργία για τον υπόλοιπο κόσμο- έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να τον διασκεδάσει. (ροκάραμε με ένα κομμάτι ξύλο λέμεεεεε, που εγώ χρησιμοποιούσα σαν μαγκούρα για να μπορώ να ανεβαίνω τους όχι και τόοοοσο απότομους δρόμους εδώ που τα λέμε, μα τι να κάνω ήμουν νια και γέρασα- αλλά αυτό είναι μια άλλη ολόκληρη ιστορία!) Πήγαμε στο μάθημα τένις της ακρίδας και ήμασταν οι πιο ένθερμοι οπαδοί της! ("Μπάβο Γιώγία, μπαβο!") Γιατί όταν πας διακοπές στους μακρινούς συγγενείς σου, ένα κομμάτι της μαγείας είναι να μπεις στον ρυθμό της ζωής τους, να ζήσεις και από κοντά αυτά που μονάχα ακούς και φαντάζεσαι...








Χόρτασα κρητική κουζουλάδα με τον τρελό ξάδελφο μου να πετάγεται κυριολεκτικά έξω από το αγροτικό την ώρα που επιστρέφαμε από το χωράφι επειδή εντόπισε κρίνους της Παναγίας για να κόψει για την "καλοπαντρεμένη"! (και αυτό είναι ένα μόνο μικρό δείγμα της εν λόγω κουζουλάδας!) 


Χόρτασα κρητικό φαγητό, λιχουδιές και υπέροχη τσικουδιά. Χόρτασα μπινελίκια όταν την τελευταία μέρα καθόμουν πάνω από την κατσαρόλα σαν κάνα πεινασμένο αδέσποτο μέχρι να βράσει το ζυγούρι για να αρχίσω τα τσιμπίματα πριν πέσω με τα μούτρα στο γαμοπίλαφο που το φτιάξαμε έτσι για την πλάκα μας... 





Χόρτασα κουβεντούλα με ανθρώπους που μου είχαν λείψει πολύ, στιγμές ξεγνοιασιάς χωρίς το άγχος του ρολογιού ή των υποχρεώσεων. Χόρτασα τον άντρα μου και το παιδί μου, μιας και είχα τον χρόνο να τους απολαύσω από απόσταση να περνούν ποιοτικό χρόνο μαζί, να δένονται και να γεμίζουν αναμνήσεις. Χόρτασα γυμνά πατουσάκια να κοιμούνται εκτός ωραρίου, χόρτασα απρόσμενες αγκαλιές όταν το μικράκι μου αρρώστησε και λαχτάρησε ξαφνικά μανούλα....








...χόρτασα που το μαιμουδάκι χόρτασε εμπειρίες, εικόνες, παιχνίδια, εκπλήξεις...



















Χόρτασα το Ηράκλειο που τόσο παρεξηγημένο είναι... Μα για μένα τόσο όμορφο...





Χόρτασα να κοιτώ από απόσταση τους ανθρώπους που αγαπώ να είναι εκεί για μένα, έστω και από μακρυά, έστω και όχι σε μόνιμη βάση. Να νοιάζονται ειλικρινά , να μας πονάνε και να μας σκέφτονται... Ανθρώπους που δεν είναι όλοι στις φωτογραφίες, μα που είναι εξίσου σημαντικοί... Χόρτασα αγάπη ακόμα και από αυτούς που αφήσαμε πίσω...








Δεν μπορώ να περιγράψω σε όλους όσους διαβάζετε αυτές τις γραμμές όσα με άγγιξαν  και με έκαναν να συγκινηθώ σε αυτό το ταξίδι... Δεν θα καταλάβετε αφού δεν γνωρίζετε όλη την ιστορία... Λένε πως τα ξαδέλφια είναι οι μόνοι άνθρωποι που κατανοούν την τρέλα και το παρελθόν που κουβαλάμε αφού κατάγονται από την ίδια οικογένεια και έχουν ζήσει ακριβώς τα ίδια- ακόμα και αν είναι από την δική τους σκοπιά. Δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Μπορώ όμως να τα μοιραστώ με έναν τρόπο που θα κατανοήσουν οι ίδιοι και αυτό είναι που έχει σημασία. 

Με συγκίνησες "καλοπαντρεμένη" μου,  με την προσμονή και την χαρά με την οποία μας περίμενες ακόμα και αν δεν ήταν η ιδανικότερη εποχή για σένα...  

Ακρίδα μου, με συγκίνησες με όλα, μα πιο πολύ με το τράνταγμα το βράδυ που αποκοιμήθηκες δίπλα στο μαιμούδι την ώρα που σε σκέπασα- γιατί το ξέρω.  Είχες κάτσει εκεί να τον προσέχεις... 

Μαίρη μου πόσο μα πόσο με συγκίνησες με αυτό το "Όχι Δημήτρη δεν θέλω μακαρόνια, ευχαριστώ" δεν μπορείς να το συλλάβεις... 

Θείο μου, δεν θα μάθεις ποτέ πόσο με συγκινεί και μόνο η παρουσία σου, η σφιχτή αγκαλιά σου, ο τρόπος που συμπληρώνεις τόσο μοναδικά την πατρική φιγούρα του δικού μου πατέρα... μα πιο πολύ με συγκίνησε ο τρόπος που αγκαλιάσες τον άντρα μου- ο τρόπος που αγκάλιασες το ουράνιο τόξο μου... 

Λαουρίνι, όσο και να παραπονιέμαι, όσο και να σε λαχταρώ και να θυμώνω  κάποιες φορές που σε "χάνω",  αρκεί μια ώρα μαζί σου για να θυμηθώ και πάλι πως όσα χρόνια και αν περάσουν, όση σιωπή και αν υπάρξει ανάμεσα μας- όταν βρεθούμε θα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα...

Γιώργο, με συγκίνησες που ήρθες να μας δεις... 

και Κρητικοζούζουνο, με συγκίνησες που είχες ανάγκη να μας δεις σε αυτή την φάση της ζωής σου και χαλάστηκες που έλειπες... 

Όσο για σένα ξαδαδελφούλη μου... 

Ξέρω- θα σου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μέχρι να δεις το όνομα σου... Σε ξέρω! Μα άφησα το σημαντικότερο για το τέλος. 

Με συγκινεί που είσαι ξαδελφός μου, τελεία. (Και ο τρόπος που χαιρέτισες τον γιο μου φεύγοντας- σε κύματα ένιωσα πόσο τον αγαπάς και ας επιμένεις να μην το δείχνεις με τον συμβατικό τρόπο. Εγώ ξέρω.)

Και για να κλείσω θα πω το εξής: Στην Κρήτη αρρωστήσαμε όλοι. Όλοι πραγματικά, εκτός από την Νατάσα και αυτό γιατί δούλευε και δεν ήταν συνέχεια μαζί μας. Για την ακρίβεια αρρώστησα εγώ πρώτη και ακολούθησαν όλοι οι άλλοι. Ο Κωστής επιμένει πως πήγα κάτω για να τους "αποθάνω όλους!" Όπως και να έχει, δεν νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερο πειστήριο αγάπης από όταν σε μια παρέα είναι όλοι κομμάτια, αγκαλιά με ένα ρολό κουζίνας και μια ντουζίνα φάρμακα, και παρόλα αυτά να περνάνε υπέροχα. 
Αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο πειστήριο αγάπης. Και νιώθω ευλογημένη που την ζω. 








Το ταξίδι αυτό  ήταν ένα μάθημα για μένα. Πως αύριο δεν έχει. Το αύριο καταργήθηκε...
(τ'ακούς Κώστο;;;)






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...