Συνηθίζω να λέω ότι είμαι η δεύτερη από πέντε αδέλφια. Αυτό δεν είναι ακριβές, γιατί η αλήθεια είναι πως έχω πέντε αδέλφια. ‘Εναν αδερφό και τέσσερις αδερφές. Για την τέταρτη αδερφή μου θα είναι σήμερα αυτή η ανάρτηση, για το Μαράκι. Δεν είναι εύκολο να γράψω αυτές τις γραμμές, γιατί τα συναισθήματα είναι πιο δυνατά από εμένα, αλλά θα προσπαθήσω.
Ήμουν πεντέμιση χρονών όταν γεννήθηκε το Μαράκι, στις 7 Φεβρουαρίου 1992. Δεν θυμάμαι την πρώτη της μέρα στο σπίτι. Θυμάμαι όμως ότι τη λατρεύαμε κι εγώ κι ο Γιάννης. Ήταν το πουκιβάκι μας. Το Μαράκι γεννήθηκε με πρόβλημα στην καρδούλα της. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως γι΄αυτό δεν θυμάμαι την πρώτη της μέρα στο σπίτι, γιατί έμεινε αρκετά στο νοσοκομείο. Ποτέ δεν έχω ρωτήσει τη μαμά μου πολλά πράγματα για εκείνο τον καιρό, είναι κάτι για το οποίο δεν μιλάει σχεδόν ποτέ…
Θυμάμαι τη βάφτιση της. Θυμάμαι το τραπέζι κι ότι γελούσε . Δεν ξέρω σε ποιον θα έμοιαζε.
Μετά από λίγο καιρό ξαναμπήκε στο νοσοκομείο. Η μαμά έλειπε αρκετά. Όταν έκλεισαν τα σχολεία πήγαμε στο σπίτι της γιαγιάς. Εκείνες τις μέρες είχε έρθει μαζί μας η κόρη της κουμπάρας της μαμάς μου, για να μένει μαζί μας. Δε θυμάμαι το μωρό στο σπίτι τελευταία φορά, μόνο ότι την κοιμίζαμε στο σαλόνι, που ήταν δροσερά, δεν έπρεπε να ζεσταίνεται.
Ένα πρωί η μαμά, ο μπαμπάς και το μωρό έλειπαν. Μας είπαν ότι είχαν πάει στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις της. Ήταν κάπου στα τέλη Ιουνίου.
Είχαμε τότε ένα επιτραπέζιο, το “Μάντεψε ποιος”, που παίζαμε συνέχεια με το Γιάννη. Μπορεί και να παίζαμε όλη μέρα. Το απόγευμα; μεσημέρι; Η Μάγδα σιδέρωνε και εμείς παίζαμε “μάντεψε ποιος”. Γύρισε η μαμά μου. Τότε ξαφνικά βλέπω τη Μάγδα να τρέχει να την αγκαλιάσει και να κλαίνε. Έκλαιγα και γω , αλλά δεν ήξερα γιατί.
Θυμάμαι μου είπε πως το Μαράκι έγινε τώρα αγγελάκι. Πως είναι εκεί ψηλά, μπροστά στο Θεό. Πως θα είναι συνέχεια δίπλα μας. Εκείνο το απόγευμα πετάξαμε την κάρτα με το όνομα Μαρία από το “Μάντεψε ποιος”. Για πολλά χρόνια μετά δεν ήθελα να παίξω με αυτό το παιχνίδι… Μόλις φέτος το καλοκαίρι κατάφερα να ξεπεράσω την αντιπάθειά μου αυτή...
Σε λίγες μέρες πήγαμε να την αποχαιρετίσουμε. Σ’ ένα μοναστηράκι στον Ωρωπό. Είναι από τις στιγμές που θυμάμαι πεντακάθαρα. Το Μαράκι φορούσε το βαφτιστικό της, μέσα σε ένα τόσο δα κουτάκι. Όταν η ακολουθία τελείωσε με ρώτησε κάποιος αν ήθελα να τη χαιρετίσω, όλοι τη φιλούσαν. Εγώ έκλαιγα και έλεγα συνέχεια ότι δεν θέλω και συνέχεια κοίταζα το άσπρο αγγελάκι μέσα στο κουτάκι.
Ο τάφος της είναι κάτω από δύο πεύκα. Ο πρώτος από αριστερά. Όταν γυρίσαμε από την Αγγλία, ένα καλοκαίρι έμεινα για μια εβδομάδα σε εκείνο το μοναστηράκι. Δεν ήταν πια εκεί το Μαράκι, ούτε τα υπόλοιπα αγγελάκια των διπλανών τάφων, αλλά εγώ κάθε μέρα πήγαινα και καθόμουν εκεί, κάτω από τα δυο πεύκα. Όταν σκέφτομαι το Μαράκι, πάντα εκεί έχω την εικόνα ότι είναι.
Το Μαράκι το σκέφτομαι κάθε μέρα. Στην προσευχή μου, από εκείνη τη μέρα που έφυγε, δεν έχει λείψει ποτέ. Και ξέρω ότι είναι κοντά μας. Λένε ότι τα μωράκια που έφυγαν τόσο νωρίς είναι άγγελοι, που βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και πρεσβεύουν για την οικογένεια τους στη γη…. Έτσι είναι. Η κάθε οικογένεια που έχει ένα μωρό στον ουρανό το ξέρει αυτό, γιατί το έχει ζήσει. Κι εγώ απλά μπορώ να το επιβεβαιώσω με τη σειρά μου.
Όμως ποτέ δεν έχω μιλήσει για την απώλεια αυτή. Ούτε πολύ κοντινοί μου άνθρωποι δεν γνωρίζουν γι’ αυτό. Η νεογνική απώλεια και η πρόωρη απώλεια, σαν τη δική μας είναι ένα ταμπού. Για πολλά χρόνια πίστευα ότι δεν πρέπει να μιλάμε γι’ αυτό σε ξένους , ότι είναι ένα μυστικό. Η μανούλα μου σχεδόν ποτέ δεν μιλάει γι’ αυτό σε άλλους, εκτός από εμάς. Ακόμα και τώρα. Ξέρω ότι το σκέφτεται, ξέρω ότι δεν το ξεχνάει, καταλαβαίνω γιατί δεν αντέχει να πλησιάζει στο Παίδων. Σε εμάς μιλούσε βέβαια, όχι για τα ίδια τα γεγονότα, αλλά για το ότι το Μαράκι δεν χάθηκε, ότι είναι κοντά στο Θεό, ότι πρεσβεύει για εμάς. Ιδίως τότε στην αρχή, που όλα ήταν νωπά και εμείς πολύ μικρά. Θα ήθελα να το συζητούσε λίγο περισσότερο γενικά, δεν ξέρω, ίσως και να το έκανε. Εγώ δεν το θυμάμαι. Ένα πράγμα που θυμάμαι από τους γονείς μου εκείνο τον καιρό είναι ότι ήταν διαρκώς μαζί μας. Δεν ένιωσα παραμελημένη . Ίσως κλείστηκαν προς τους άλλους, δεν ξέρω, για εμάς όμως ήταν συνέχεια εκεί. Τώρα μπορώ να συνειδητοποιήσω πόσο δύσκολο ήταν.
Η απώλεια αφήνει μια πληγή. Η πληγή που αφήνει στους γονείς, ίσως να μη κλείσει ποτέ. Όταν έγινα μαμά , μπόρεσα σε ένα βαθμό να καταλάβω τη μαμά μου. Και όταν κόντεψα να χάσω το δικό μου παιδί, έζησα για λίγες ώρες αυτό τον πόνο, που σε διαλύει.
Όμως η απώλεια για τα αδέρφια, όταν μάλιστα είναι τόσο μικρά, είναι ένα γεγονός, που δεν διαχειρίζεται εύκολα. Μετά τη Μαρία, απέκτησα τρεις αδερφές, καθεμιά τους ένα δώρο πολύτιμο. Μου πήρε πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω πόσο με έχει επηρεάσει ο θάνατος της Μαρίας, πόσο έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, στην αγάπη μου για τα αδέρφια μου, στις φοβίες μου, στις αντιδράσεις μου, στο συνειδητό και το ασυνείδητό μου. Μπορεί να μην την έζησα για καιρό, αλλά ήταν το πρώτο μωρό που έζησα. Ήταν η αδερφούλα μου, ένα πανέμορφο μωράκι κι εγώ ένα μικρό κοριτσάκι, που τη λάτρευα.
Λοιπόν όλα αυτά για να τα διαχειριστεί ένας άνθρωπος, πρέπει να τα μοιραστεί. Να τα συζητήσει, να κλάψει γι’ αυτά. Να αγκαλιάσει αυτό τον πόνο, να τον κάνει μέρος του εαυτού του, για να μπορέσει τελικά να τον αντιμετωπίσει και να προχωρήσει μπροστάι. Να μπορέσει να τα κοιτάξει κατάματα, όπως κοίταζα τότε το άσπρο αγγελάκι στο κουτάκι. Αν μετανιώνω για κάτι είναι γιατί δεν τη φίλησα τότε… Κάποιοι μου λένε ότι ήταν πολύ σκληρό το ότι παραβρέθηκα στην κηδεία της, ενώ ήμουν η ίδια τόσο μικρή. Εγώ όμως δεν συμφωνώ. Είμαι ευγνώμων γι΄ αυτή την επιλογή των γονιών μου, γιατί αισθάνομαι ότι τη χαιρέτησα, ακόμα κι αν τότε δεν το καταλάβαινα.
Τα γενέθλιά της είναι στις 7 Φεβρουαρίου. Πάντα εκείνη τη μέρα ανάβω ένα κεράκι για εκείνη. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Και κάθε Ιούνιο, εκεί προς το τέλος, ανάβω πάλι κεράκι για εκείνη.
Τον Ιούνιο που μας πέρασε ένιωσα κάτι περίεργο. Για πολλές μέρες, τη σκεφτόμουν διαρκώς, ενώ την είδα και στον ύπνο μου πολλές φορές. Ήταν τόσο έντονο, σαν οι σκέψεις μου μου να υπαγορεύονταν από κάποιον άλλο. Διαρκώς σκεφτόμουν ότι είχα υποχρέωση να γράψω μια ανάρτηση μόνο γι’ αυτήν. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό που ένιωθα. Ξεκίνησα πολλές φορές να γράψω, αλλά δεν άντεξα. Δεν ήμουν έτοιμη. Ήρθε όμως η στιγμή.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε. Αλλά να μιλάμε, να αγκαλιάζουμε τον πόνο, τη λύπη, το συναίσθημα που μας βαραίνει. Να το κάνουμε δικό μας, για να μπορέσουμε να το αντέξουμε και να πάμε παρακάτω. Τα αγγελάκια μας εκεί ψηλά , δεν μας ξεχνάνε ποτέ. Ας μην τα ξεχνάμε κι εμείς.
Για την αδερφούλα μου που λείπει, είναι αυτή η ανάρτηση. Γιάννα σ’ ευχαριστώ, γιατί με βοήθησες και μπόρεσα να κάνω αυτό το βήμα της συμφιλίωσης με την απώλεια. Δεν ξέρω αν μπορώ να εξηγήσω πόσο σημαντικό ήταν για μένα. Συνέχισε αυτό που κάνεις.
(Γλυκιά μου Κατερίνα εγώ σε ευχαριστώ για το μοίρασμα ψυχής)