Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Αυτή η γκρίζα πόρτα.

 Τον Μάϊο που μας πέρασε, γυρνώντας από το προσκύνημα στον Άγιο Νικόλαο στα Σπάτα, πέρασα από το χωριό, την αυλή των παιδικών μου χρόνων, το πατρικό της μητέρας μου και σπίτι της γιαγιούλας μου. 

Δεν μου αρέσει να πηγαίνω μετά το θάνατο της, διότι χωρίς την αύρα της άλλαξαν πολλά... Αλλιώς είχαμε φανταστεί να παραμένει "ζωντανό" αυτό το σπίτι, όμως η ζωή πολλές φορές ανατρέπει τα σχέδια μας. Και τα πρώτα χρόνια απλώς πονούσε πολύ. 

Εκείνη την φορά όμως, ήταν οι γονείς μου εκεί. Πήρα μια βαθιά ανάσα και είπα να περάσω και ο'τι γίνει. Ήταν μια υπέροχη μέρα με δροσιά όχι όμως κρύο, λίγη συννεφιά και τον ήλιο να παίζει κατά διαστήματα κρυφτό. Έστριψα στην σχετικά στενή είσοδο, που τόσα χρόνια είχαμε τελειοποιήσει τον τρόπο που μπαίναμε χωρίς να πέσουμε στη "γράνα", και πάρκαρα εκεί που πάρκαρα πάντα. 




Μόνο που δεν ήταν η γιαγιούλα εκεί να χαμογελά και να με σταυρώνει που έφτασα καλά...

Ήταν όμως οι γονείς μου. Οι οποίοι χάρηκαν τόσο πολύ που αποφάσισα να πάω. Κατέβηκα διστακτικά. Ο πατέρας μου άρχισε να μου δείχνει όλο χαρά το μποστάνι του, εκεί ακριβώς που το είχε και η γιαγιούλα. Συγκινήθηκα. Με πλημμύρισαν αναμνήσεις. Πόσα πράγματα έμαθα τρέχοντας διαρκώς πίσω από τα πόδια της... 

Αυτά τα αεικίνητα πόδια που δεν ησύχαζαν στιγμή, παρά μόνο το βράδυ που ξάπλωνε. Και εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα έξω από την κουζίνα που άλλαζε ΠΑΝΤΑ παπούτσια πριν μπει στο σπίτι. 

Η γιαγιά μου δεν έμπαινε ΠΟΤΕ μέσα στο σπίτι, με τα παπούτσια που φορούσε έξω από αυτό. 

Άρχισα να εξερευνώ ξανά από την αρχή έναν χώρο που, ειλικρινά, γνωρίζω σαν την παλάμη του χεριού μου. 

Ξεκίνησα από το αγαπημένο μου μέρος. Την γκρίζα πόρτα του ξυλόφουρνου. Για αυτή την γκρίζα πόρτα, τη λουσμένη στο φως - έχω ξαναγράψει. Μπήκα μέσα, μα τίποτα δεν ήταν οικείο. Τίποτα δεν υπήρχε πια από όσα τη θύμιζαν. Πόσες και ΠΟΣΕΣ στιγμές εκεί μέσα... Πόσες μυρωδιές... Από το ψωμί και το φαγητό στον ξυλόφουρνο, τις πατάτες που τηγάνιζε στο πετρογκάζ και το τυρί που ωρίμαζε σφιχτά τυλιγμένο μέσα στο τούλι του, μέχρι το μαρούλι που ψιλόκοβε για τα κλωσσόπουλα που το ανακάτευε με μουλιασμένο ψωμί και πίτουρο- πραγματικά νιώθω ευλογημένη που έχω τέτοιες αναμνήσεις. 





Συνέχισα στον πλούσιο κήπο της. Τις αγαπημένες της τριανταφυλλιές. Τον τεράστιο πλάτανο που κοιμόμασταν κάθε καλοκαίρι κάτω από τη πυκνή σκιά του. Το δέντρο που διακοσμούσε τη τελετή του γάμου μας, και που μόνο αυτό στον κήπο της γιαγιούλας υπάρχει ακόμα... Τις μυρωδάτες, θεέ μου ΠΟΣΟ μυρωδάτες,  λεμονιές της. Την εξωτερική βρύση χωρίς αποχέτευση. Εκεί έπλενε όλα τα λαχανικά, τα φρούτα, όλα τα εντόσθια για να φτιάξει την υπέροχη μαγειρίτσα της... Πάλι μυρωδιές, μυρωδιές, ΜΥΡΩΔΙΕΣ. 





Οι κούνιες που είχε φτιάξει ο πατέρας μου για τα ανίψια του και πρώτα ξαδέλφια μου, τώρα σκουριασμένες και μπλεγμένες από τον άνεμο. Το κοτέτσι άδειο, χωρίς ζωή, χωρίς αυτά τα πεντανόστιμα αυγά με τον πορτοκαλί κρόκο. (Όχι για πολύ ακόμα). Η στέρνα άδεια και σκεπασμένη. Ο στάβλος χωρίς οροφή πια. Το "κατώι" χτισμένο ξανά από την αρχή - δεν φιλοξενεί πια τα κρεμμύδια, τις πατάτες και το υγρό χρυσό... Το ελαιόλαδο, το οποίο έβγαζε σχεδόν τελετουργικά κάθε φορά η γιαγιούλα μου με μια κουτάλα για να γεμίσει το λαδικό... "Ούτε σταγόνα να μη σου στάξει" μου ορμύνευε. "Είναι υγρός χρυσός το λάδι. Το σεβόμαστε. Δεν το σπαταλάμε". Στην αποθήκη του παππού μου, τα εργαλεία του ακόμα όμορφα τακτοποιημένα στον τοίχο. Τα παντζούρια που έμπαινε κάθε μεσημέρι καλοκαιριού το αεράκι, σφραγισμένα κλειστά. Δεν με αφήνουν να κλέψω μια ματιά στην ξύλινη ντουλάπα με τον θολό καθρέφτη... 









Στο σπίτι μέσα μερικές κορνίζες με φωτογραφίες. Σκόνη και αράχνες. Και εκεί, στον πάγκο της κουζίνας, το εικονοστάσι της γιαγιούλας... Ο'τι πιο πολύτιμο εκεί, αυτές οι εικόνες με το καντηλακι που περιμένει να ανάψει ξανά... 



Πήρα τον γιο μου και την ανιψιά μου από το χέρι και τους πήγα ξανά από την αρχή σε όλα. Τους εξήγησα τα πάντα. Τους αφηγήθηκα αναμνήσεις όσο πιο παραστατικά μπορούσα. Κόψαμε λεμόνια. Η μητέρα μου μου έκοψε μερικά λουλούδια. Ξέρει πόσο τα αγαπώ. Όχι τα μπουμπούκια. Θα θύμωνε η γιαγιούλα... 



Εκείνη την ημέρα έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου. Το "όνειρο" μας να κρατήσουμε ζωντανό το σπίτι όπως μας ζήτησε η γιαγιούλα πριν πεθάνει, θα φροντίσω ΕΓΩ Η ΙΔΙΑ να γίνει αληθινό. Θα ακουστούν πάλι τα γέλια μας στην αυλή, θα μυρίσει πάλι η κουζίνα. Έστω και λειψά. Ξέρω όμως - ΤΟ ΞΕΡΩ- πως η γιαγιούλα πολύ θα το χαρεί. Και που ξέρεις; Ίσως κάποια πράγματα να αλλάξουν. Ίσως... 

Μα και αν όχι, εμείς θα έχουμε κάνει το χρέος μας. Άλλωστε, το έχουν ήδη κάνει οι γονείς μου. Το μποστάνι είναι όλο ζωή. Τα λουλούδια θριαμβεύουν γιατί η μητέρα μου τα ποτίζει. Ο πατέρας μου επιδιορθώνει αργά και σταθερά όσα του επιτρέπει το πολυάσχολο πρόγραμμα του. Ακόμα και αν είναι χρονοβόρο στην πλούσια καθημερινότητα τους, η αυλή των παιδικών μου χρόνων είναι προτεραιότητα τους. 


Είναι προτεραιότητα μας... 


(Εφτά χρόνια σήμερα χωρίς το άγγιγμα σου. Χωρίς τα καθάρια σου μάτια. (Τα μόνα ζεστά γαλανά μάτια που έχω δει στη ζωή μου). Εφτά χρόνια χωρίς το "Γιαννούλι μου", χωρίς την αγκαλιά με τα αγκυλωμένα και παραμορφωμένα δάχτυλα σου... Είσαι πάντα εδώ. Φυλαχτό στις καρδιές μας.) 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...