Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Μια γκρι πόρτα λουσμένη στο φως.....

Γιαγιούλα. Η δική μου. Κάποιες φορές και γιαγιούλι. Για τους πολλούς η κυρά Γιαννούλα. Παλαιότερα και η κυρά Νίκαινα γιατί στα χρόνια της η γυναίκα ήταν η κυρία του κυρίου και πάντα θαύμαζα πως αυτό ΔΕΝ την ενοχλούσε. "Να τιμάς τον άντρα σου" μου έλεγε. "Να μην είσαι εγωίστρια". "Όταν είναι θυμωμένος να κάνεις υποχώρηση και να μιλάτε όταν ηρεμεί". 

Γιαγιούλα. Να μια λέξη που δεν θα πω ξανά. Τουλάχιστον όχι δυνατά. Δεν θα πω ξανά "Που είσαι γιαγιούλι μουουου;;;", για να ακούσω" Γιαννούλι μου, καλώς το!" Δεν θα ξανανιώσω την αγκαλιά των τελευταίων χρόνων με τα αγκυλωμένα δάχτυλα από την αρθρίτιδα που παρότι αγκυλωμένα πάσχιζαν να σχηματίσουν αγκαλιά και χάδι. Μα το κυριότερο δεν θα ξαναδώ αυτά τα γαλανά καθάρια μάτια που έγερναν λίγο σε παράπονο,  μα έλαμπαν πάντα όπως λάμπει το βλέμμα του ανθρώπου που εκτιμά την ευλογία της ζωής του. Και πράγματι την εκτιμούσε. "Δόξα τον Θεό" η πρώτη και τελευταία κουβέντα της κάθε μέρα. 

Οι αναμνήσεις μου μαζί της έχουν το άρωμα προζυμιού, πράσινου σαπουνιού, λιβανιού και τηγανιτής πατάτας. Η αίσθηση δίπλα της,  αυτή της ασφάλειας, της ηρεμίας, της πίστης.  Με την γιαγιούλα μου γνωριστήκαμε όταν εγώ ήμουν 5 χρόνων, και ο έρωτας ήταν αμοιβαίος. ΕΡΩΤΑΣ, με όλη την υπερβολή του. Έγινα η ουρά της. Για χάρη μου άφηνε τον παππού, τον Νίκο ΤΗΣ, μόνο του στο κρεβάτι για να κοιμηθεί μαζί μου χαϊδεύοντας μου την πλάτη. Αχ αυτά τα γαριασμένα χέρια της...  Η βασική αίσθηση των παιδικών μου χρόνων. 

Η γιαγιούλα μου με δίδαξε τόσα. Πρακτικά και μη. Όλα ουσιαστικά. Μου δίδαξε πώς να ζυμώνω, πως να πλάθω κουλούρια, πως να φτιάχνω μερακλίδικο ελληνικό καφέ, πως να καθαρίζω φασολάκια και πως να διατηρώ το νοικοκυριό μου. Μου δίδαξε πως να είμαι καλός ακροατής, πως να μιλάω με ευγένεια, πως να εκτιμώ το κάθε τι- τον καιρό, την φύση, το κάθε ζωντανό πλάσμα στην γη. Μου δίδαξε την υπομονή, την ταπείνωση, την αυτοκυριαρχία. Η γιαγιούλα μου πάντα είχε έναν καλό λόγο για όλους - θύμωνα της έλεγα να μην δικαιολογεί τους πάντες και τα πάντα - μα αυτή εκεί να σιωπά στον θυμό μου με αυτά τα γαλανά ματιά γεμάτα σοφία. Η γιαγιούλα μου πάντα κατανοούσε τις ανησυχίες μου, την κούραση μου. Και ας ήταν γελοία μπροστά στην δική της. "Κουράζεσαι καρδιά μου, το ξέρω" έλεγε και κουνούσε το κεφάλι όλο κατανόηση. Η γιαγιούλα μου με κανάκευε και με χόρτασε αδυναμία. Ένιωσα αγάπη χωρίς όρια και προϋποθέσεις. 

Μα για μένα το πιο πολύτιμο δώρο της γιαγιούλας μου είναι αυτό το σποράκι που φύτεψε στην καρδιά μου για την αγάπη στον Χριστό και στην Παναγία. Το φύτεψε τόσα χρόνια πριν... Και είχε την υπομονή να περιμένει να ανθίσει όταν ήταν η ώρα του. Το πότιζε αυτή διακριτικά με πράξεις, λόγια και συναισθήματα. Το σποράκι αυτό της γιαγιούλας μου με έσωσε από την παράνοια όταν έχασα και το δεύτερο μωρό μου. Άνθισε το σποράκι της στην πιο άνυδρη εποχή μου- τόση δύναμη είχε- και μαζί της και η δική μου βαθιά πίστη. Την ευγνωμονώ για αυτό. 

Τις τελευταίες 20 ημέρες η γιαγιούλα μου αργόσβηνε. Ένα "Ωχ" δεν ακούστηκε. Το ήξερε. Αυτή. Κάποιοι ίσως ελπίζαμε. Προσωπικά ήλπιζα να φύγει όπως είχε ελπίσει.  Όπως και έγινε. Γιαγιούλα μου,  όλοι μου ευχήθηκαν χθες να έχω τα χρόνια σου. Να έχω την ευχή σου. Μα εγώ εύχομαι να έχω την καρδιά σου, το μυαλό σου και την πίστη σου. Την ευχή σου είμαι σίγουρη πως θα την έχω. Ξέρω πως ήρθε η ώρα σου και πως ήσουν έτοιμη - ευλογία η ζωή σου όλη και είμαι σίγουρη πως το ξέρεις καλύτερα από όλους μας. Θα είσαι στις προσευχές μου και σε κάθε απόφαση ή πράξη- που εσύ μου γαλούχησες- της καθημερινότητας μου. Μα πάνω από όλα θα είσαι πάντα η γιαγιούλα. Η δική μου. Κάποιες φορές και γιαγιούλι. Θα σε προσφωνώ με την φωνή της ψυχής πια ναι; Έχε τον νου σου. Και αν βρεθείς και με τα μωρά μου....  Ε λοιπόν, ξέρεις εσύ... 

Μπορεί η αυλή των παιδικών μου χρόνων να μην είναι ποτέ ξανά η ίδια χωρίς εσένα να γυροφέρνεις εκεί με την ποδιά σου σφιχτά δεμένη και το μαντήλι προσεκτικά βαλμένο στα ασπρισμένα σου μαλλιά φτιαγμένα πάντα σε πλεξούδα και χαμηλό κότσο, όμως η αίσθηση σου δεν θα φύγει ποτέ. Νιώθω πως σε βλέπω να μπαινοβγαίνεις από αυτή την γκρι πόρτα. Να πηγαίνεις να έρχεσαι αβόγκητα, ευτυχισμένη μόνο να μας ακούς να γελάμε εκεί έξω στο παγκάκι και να παραπονιόμαστε πως πεινάμε και θέλουμε να φάμε. 

Να μην εγκαταλείψουμε το σπίτι, ζήτησες. Γιαγιούλα μου μείνε ήσυχη. Το λιγότερο που μπορούμε να σου προσφέρουμε και εμείς με την σειρά μας. 


Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Βουτιά στο παρελθόν....

Ο Δημήτρης Γεράσιμος, σχεδόν 6 ετών, βλέπει την Γιάννα ακριβώς 6 ετών με την βοήθεια του VCR. (ναι, έχω ακόμα τέτοιο 😜😀😂)



Σε άλλα λόγια, ο γιος βλέπει την μαμά στην ίδια ακριβώς ηλικία που είναι τώρα ο ίδιος. Και το ένστικτο να κολλήσει στην τηλεόραση για να δει και να ακούσει καλύτερα ήταν τόσο δυνατό που με συγκίνησε... 

 Να βγάζετε βίντεο τα παιδιά σας, φωτογραφίες, ηχογραφήσεις - τα πάντα όλα. Είναι τόσο πολύτιμη κληρονομιά και αυτά. Εγώ ευγνωμονώ τον πατέρα μου που έτρεχε ξωπίσω μας για να αποθανατίσει τα πάντα. Γιατί να. Τώρα μπορώ να δείχνω του γιου μου πως όντως έκανα την ίδια ακριβώς κίνηση που κάνει και αυτός. Μπορεί να ακούσει την ντροπαλή φωνή μου. Που με το ζόρι δηλαδή μπορούσες να την ακούσεις, μα για δες τώρα πια είναι τόσο στιβαρή και δυνατή που είμαι σίγουρη πως πολλοί θα προτιμούσαν να μην την ακούν. 😂😂😂😂 ΕΜπορεί να διαπιστώσει πως παρότι δήλωνα περίτρανα πως θα παντρευτώ τον Σωτηράκη, τελικά παντρεύτηκα τον Παναγιώτακη και ζωή μου είναι υπέροχη. Μπορεί πιθανότατα να κατανοήσει για ποιο λόγο τρέχω και εγώ ξωπίσω του με την αγωνία να αποθανατίσω τα πάντα. 

Εγώ από την άλλη, η 39 ετών πια Γιάννα,  μπορώ να ακούσω ακόμα μια φορά την φωνή του παππού μου, της θείας μου και του ξαδέλφου μου και ας τους έχω χάσει χρόνια. Μπορώ να δω (κυριολεκτικά)  με άλλο μάτι την αγάπη των γονιών μου, τις αγκαλιές και τα φιλιά. Μπορώ όχι απλά να θυμηθώ, μα να δω στα αλήθεια εκείνο το μικρό, ντροπαλό, εξάχρονο κορίτσι που δήλωνε όλο παράπονο για τα γαλοπούλια της γιαγιάς της "They are stupid daddyyy" μόνο και μόνο επειδή δεν ήθελαν τα δόλια πουλερικά να τα σφίξω χωρίς έλεος στην αγκαλιά μου! Στην τελική μπορώ να διαπιστώσω περίτρανα πως από πάντα και για πάντα η πιο cool αδελφή ήμουν εγώ και όχι η Σουλτάνα (έτσι για να μην ξεχνιόμαστε!!) 😂😂😂😂 Ε

(Παρεμπιπτόντως, όλοι εσείς οι συνήθεις ύποπτοι- ξέρετε ποιοι είστε- που πρωταγωνιστείτε στις κασέτες μας, να ξέτε πως πάντα έχουμε έναν άσο στο μανίκι μας και στοιχεία για που μπορούν να σπιλώσουν την υπόληψη σας!!! Το αναφέρω μιας και βρισκόμαστε προ προεκλογικού πυρετού για όσους σας αφορά άμεσα ή για όσους σκέφτονται μελλοντικά να προσφέρουν στα κοινά!! ) 😂😂😂😂 Ε

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Οι (άπειρες) φωτογραφίες μου....

Λατρεύω τις φωτογραφίες. Τις λατρεύω από μικρό παιδί- μόλις πέντε χρονών- που χωνόμουν μέσα σε ένα μικρό κουτί με φωτογραφίες που είχε η γιαγιά μου και το μυαλό μου ταξίδευε για ώρες. Κοιτούσα κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρεια σε αυτές, ρωτούσα να μάθω ποιος είναι ποιος, τι ιστορία κρυβόταν πίσω από κάθε μια από αυτές. 

Συνέχισα να τις λατρεύω και στην πορεία. Όταν χωνόμουν μέσα στις κούτες του πατέρα μου γεμάτες φωτογραφίες από τότε που ήταν και αυτός με την σειρά του ένα μικρό παιδί που αναγκάστηκε να πάρει την ζωή του στα χέρια του νωρίτερα από ότι θα έπρεπε. Κούτες με φωτογραφίες από το πρώτο του μηχανάκι, το πρώτο του αυτοκίνητο, την κάθε μια δουλειά που έπιανε, φωτογραφίες από το ταξίδι του στην αδελφή του στην Γερμανία, φωτογραφίες από την εργένικη ζωή του στην Αφρική, από τις τρέλες του και τις άφθονες περιπέτειες του. Κούτες με φωτογραφίες από την κοινή ζωή με την μητέρα μου, φωτογραφίες από την πρώτη της εγκυμοσύνη, από την Σουλτάνα μωρό, την Σουλτάνα να γελάει, την Σουλτάνα να πηγαίνει μπαλέτο, από τα ταξίδια τους σε μια ήπειρο που ανακάλυπταν ξανά παρέα. Και μετά φωτογραφίες από την δεύτερη εγκυμοσύνη και φωτογραφίες από ένα άσχημο αλλά γελαστό μωρό, (εμένα καλέ!), φωτογραφίες με την Σουλτάνα να είναι πάντα δίπλα μου, φωτογραφίες με ασορτί ρούχα, φωτογραφίες με μπάνια, εκδρομές δίπλα σε λιοντάρια, γενέθλια, Χριστούγεννα, βόλτες και ξανά γενέθλια. 

Να βλέπω εκστασιασμένη την ζωή μας να συσσωρεύεται σε κούτες που συνέχιζαν να γεμίζουν με φωτογραφίες από την επιστροφή μας στην Ελλάδα, φωτογραφίες με τους συγγενείς που γνώρισα πρώτη φορά στα πέντε μου χρόνια, φωτογραφίες με διακοπές σε θάλασσα, βουνό, στην λατρεμένη Κρήτη. Φωτογραφίες που άρχισαν να εμπλουτίζονται και με βίντεο, βίντεο που "φυλάκισαν" για πάντα τις παιδικές φωνές, την χροιά τους, την περίεργη ξένικη προφορά που είχαμε όλοι τα πρώτα χρόνια της επιστροφής μας στην Ελλάδα. Κούτες στις οποίες δεν άντεχα να βλέπω την ζωή μας "στριμωγμένη" και άρχισα να ζητάω άλμπουμ να τις βάζω μέσα. Ώρες ατελείωτες αφιέρωσα στο να χρονολογήσω όλες αυτές τις φωτογραφίες και να τις βάλω όμορφα και τακτοποιημένα εκεί που τους άρμοζε. Σε μια θέση στην βιβλιοθήκη μας. 

Μεγαλώνοντας να συσσωρεύονται και τα δικά μου άλμπουμ στην δική μου βιβλιοθήκη. Με φωτογραφίες από πάρτι, σχολικές εκδρομές, διακοπές με τους γονείς από την δική μου οπτική, με Χριστούγεννα, γιορτές, φίλες κολλητές, ατελείωτα sleepovers και θεματικές βραδιές. Φωτογραφίες από την κοινή μου πορεία με το άλλο μου εγώ, (αυτό που γουργουρίζει), φωτογραφίες- φωτογραφίες- φωτογραφίες. Φωτογραφίες που έγιναν ψηφιακές μα και που πάλι εκτυπώνονται οι καλύτερες και γεμίζουν κορνίζες στα τραπέζια, στους τοίχους, στα κομοδίνα, σε κολάζ στο ψυγείο- φωτογραφίες παντού και πάντα. 

Αφού είπαμε. Λατρεύω τις φωτογραφίες. Και πάντα αναρωτιόμουν και λυπόμουν που η μητέρα μου είχε μόλις λίγες φωτογραφίες δικές της πριν γνωρίσει τον πατέρα μου. Και παρότι δεν φαινόταν να την νοιάζει ιδιαίτερα, εγώ ούτε να το διανοηθώ να μην έχω φωτογραφίες- όσες περισσότερες, τόσο το καλύτερο. Η ψηφιακή εποχή, έδωσε σε κάτι ψυχωτικούς σαν εμένα, την ευκαιρία να φωτογραφίζουν ότι ήθελαν πάντα χωρίς κόστος. Δηλαδή- ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Όντας τόσο ενεργή στα social media- τα οποία συ δίνουν την ευκαιρία να τα μοιράζεσαι όλα αυτά- πολλές φορές έχω έρθει σε αντιπαράθεση με τον ίδιο μου τον εαυτό και αναρωτιέμαι αν είμαι υπερβολική, αν αξίζει, αν στην τελική αφορά κανέναν. 

Αφορά όμως εμένα. Διότι κάθε φορά που γυρίζω πίσω και κοιτάω τις χιλιάδες, χωρίς υπερβολή, φωτογραφίες που έχω βγάλει- όταν διαβάζω τα λόγια που έχω επιλέξει για να τις "ντύσω"- κάθε φορά γυρίζω πίσω και στην στιγμή. Γυρίζω πίσω σε εκείνη την όμορφη, ή και θλιβερή στιγμή που μπορεί να με "έσπρωξε" να βγάλω μια φωτογραφία, και θυμάμαι τα πάντα σχετικά με αυτήν. Μπορεί να θυμηθώ μέχρι και τις μυρωδιές, αν φυσούσε ή αν μου έκαιγε ο ήλιος την πλάτη. Και αυτό για μένα είναι ανεκτίμητο. Και δεν καταλαβαίνω γιατί αμφισβητώ μια φυσική παρόρμηση που έχω από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Να "κλειδώνω" τις αναμνήσεις. Γιατί το μυαλό είναι άτιμο πράγμα... Ξεχνάει. "Κρασάρει". Αμελεί...

Για κάθε χαμόγελο λοιπόν που αποθανάτισα. Για κάθε λαμπερό βλέμμα. Για κάθε γιορτή, κοινωνική εκδήλωση, για κάθε πάρτι. Για κάθε πατουσάκι, κάστρο στην άμμο, για κάθε τσουλούφι που χρύσιζε στον ήλιο, για κάθε βλεφαρίδα κλειστή που με προκαλούσε. Για κάθε ηλιοβασίλεμα και ξημέρωμα, για κάθε σύννεφο στον ουρανό και κάθε κύμα στην θάλασσα. Για κάθε καρδιά που βρέθηκε στο δρόμο μου, για κάθε τι λαχταριστό που φάγαμε, για κάθε καφέ που είχαμε ανάγκη και μας έκανε ένα κλικ παραπάνω εκείνη την ημέρα. Για κάθε αγκαλιά και γκριμάτσα. Για κάθε μικρό ή μεγάλο επίτευγμα. Για κάθε φύλλο, λουλούδι ή και χαλίκι που τράβηξε την προσοχή μου. Για κάθε σκανταλιά και χαζομαρίτσα. Για κάθε στιγμή και λεπτό της ζωής μου που "κλείδωσα" για πάντα. 

Γιατί που ξέρεις; Αν όχι ο γιος μου, τότε μπορεί κάποιος άλλος στο μέλλον θα θέλει να χωθεί μέσα στις δικές μου "κούτες", διαδικτυακές και μη, και να ταξιδέψει για λίγο μέσα σε αυτές. Και μέσα από αυτό το νοερό ταξίδι, αυτή η ζωή θα έχει και πάλι νόημα, έστω και για λίγο. 


Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

5+1 πράγματα που αγαπώ στο πατρικό μου...

5 και 1 πράγματα που αγαπώ στο πατρικό μου με προ(σ)κάλεσε να γράψω η γλυκιά μου Αθανασία  και είμαι εδώ να αναρωτιέμαι πως στο καλό θα μείνω στα 5+1... 

Γνωστή η αδυναμία μου στις προ(σ)κλήσεις, γνωστή και η αδυναμία μου να τηρώ τόσο στενά πλαίσια... Θα προσπαθήσω, υπάρχει ωστόσο πάντα ο κίνδυνος για πολλές παρενθέσεις ή κόμματα ή παύλες και όλα αυτά που βάζω από παιδί ακόμα, προσπαθώντας να τα χωρέσω όλα σε μια πρόταση! (ή παράγραφο, ή κείμενο!) 

Νομίζω πως πρώτη στην λίστα θα είναι η τραπεζαρία της μητέρας μου- αυτή η επίσημη- μεγαλοπρεπής με το οβάλ σχήμα της και τις τεράστιες καρέκλες, είχε στα μάτια μου σχεδόν μυθική διάσταση. Εκεί τρώγαμε μόνο στις γιορτές ή όταν φιλοξενούσαμε πολλούς συγγενείς και δεν μας χωρούσε η καθημερινή στρογγυλή τραπεζαρία μας- την οποία αγαπώ εξίσου- μιας και ήταν αυτή στην οποία μαζευόμασταν πάση θυσία να φάμε όλοι μαζί το μεσημέρι- ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να περιμένουμε τον πατέρα μου να επιστρέψει στις 4 το απόγευμα, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως από την πείνα μας είχαμε ρημάξει το μισό ψυγείο με την Σουλτάνα πριν καν κάτσουμε να φάμε. Ήταν τόσο σημαντικό για τους γονείς μου να τρώμε μαζί ένα τουλάχιστον γεύμα της ημέρας και σφραγίστηκα τόσο από αυτή την επιθυμία που όταν διαλέγαμε το δικό μας καθημερινό τραπέζι, για το δικό μας σπίτι ήθελα οπωσδήποτε στρογγυλό λες και το σχήμα ήταν αυτό που θα μου εγγυοταν τις ίδιες αναμνήσεις για το δικό μου παιδί. Στο στρογγυλό επίσης τραπέζι κάναμε όλες τις οικογενειακές μας συζητήσεις- σε κάθε μικρή η μεγάλη κρίση ο πατέρας μου να μας μαζεύει και τους τέσσερις εκεί, τονίζοντας πως όλοι είχαμε λόγο, κάθε άποψη ήταν σεβαστή και ήταν- άσχετα αν πάντα αυτός είχε την τελευταία κουβέντα. Στο στρογγυλό τραπέζι καθόμασταν επίσης περασμένα μεσάνυχτα με την θεία Στέλλα, ή τον θείο Στέλιο, ή τον Κωστή- να προσπαθεί ο πατέρας μου να γεμίσει πατρίδα, να ρωτήσει κάθε τι, να θυμηθεί ξανά παλιές αγαπημένες ή πονεμένες στιγμές.  Στο στρογγυλό τραπέζι είπα πρώτη φορά του πατέρα μου πως ήμουν ερωτευμένη και αντί να γελάσει- αφού 15 χρονών ήμουν ένα μωρό στα μάτια του- με άκουσε με υπομονή δίνοντας μου όλο τον χώρο που ήθελα για να μιλήσω. Στην δε τραπεζαρία βλέπαμε πάντα όλα τα αγαπημένα πρόσωπα μαζεμένα, ακούγαμε τα νέα για τους αγαπημένους μας συγγενείς που ζουν μακρυά, ζήσαμε ομηρικούς καυγάδες μεταξύ αντρών σε πολιτικές και κοινωνικές συζητήσεις! Γύρω από την επίσημη τραπεζαρία μαζεύτηκαν τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα όταν αρραβωνιαστήκαμε με το άλλο μου εγώ, στηρίζοντας μας σε αυτή την τόσο σημαντική στιγμή της ζωής μας. 




Παρότι στην διακόσμηση έχω πολύ διαφορετικό γούστο από την μητέρα μου, αγαπώ πολύ κάθε διακοσμητικό στοιχείο στο πατρικό μου. Τα αγαπώ γιατί ήταν πάντα τόσο πολλά και τόσο εξωτικά- έχοντας ζήσει οι γονείς μου 17 χρόνια στην Νότιο Αφρική- αρκούσε πάντα να τριγυρίσω στο σαλόνι ή στην κρεβατοκάμαρα ή οπουδήποτε μέσα σε αυτό για να ταξιδέψω νοερά σε μέρη μακρινά, να φανταστώ τις πιο τρελές περιπέτειες, να βρω ευκαιρία να μου διηγηθεί ο πατέρας μου μια ακόμα από τις απίθανες ιστορίες της ζωής του- με αυτή την καταπληκτική ικανότητα που έχει να σε ταξιδεύει... Πιο πολύ από όλα όμως αγαπώ την γωνία του ηλεκτρικού πιάνου. Όχι μόνο επειδή το πιάνο ήταν το μόνο πράγμα που δεν κατάφερε η Σουλτάνα να κάνει εξαίσια και ένιωθα και εγώ το έρμο λίγη δικαιοσύνη, (χιχι), μα επειδή είχε σχεδόν όλα τα αγαπημένα μου στοιχεία σε μια μεριά. Τον αγαπημένο μου πίνακα, που όσο και αν έχω παρακαλέσει την μητέρα μου δεν μου τον δίνει, το καράβι και η πολιτεία που είναι φτιαγμένα από ελεφαντόδοτο- (ναι ντρέπομαι πια, όμως ακόμη και σήμερα αν προσέξετε τις λεπτομέρειες είναι ένα απίθανο έργο τέχνης)- και φυσικά τα κλασσικά ξύλινα διακοσμητικά από την Νότιο Αφρική. 



Τρίτο στην λίστα είναι το κρεβάτι των γονιών μου- γενικά η κρεβατοκάμαρα. Η κρεβατοκάμαρα διότι στα συρτάρια και την επιβλητική "τουαλέτα" της μητέρας μου, (ξέρετε αυτές που είχαν τον καθρέφτη και το σκαμπό για να βάφονται και να ετοιμάζονται οι γυναίκες), μπορούσα να βρω κόσμους θαυμαστούς με κοσμήματα που στα μάτια μου ήταν πολύτιμος θησαυρός και κρέμες και αρώματα σε μικρά και καλοφτιαγμένα βαζάκια- τα άνοιγα με προσοχή- σχεδόν τελετουργικά, δεν ήθελα να κάνω ζημιά και να μην με αφήσει να τα ξαναχαζέψω- και ρουφούσα μυρωδιές, δοκίμαζα στα κρυφά υφές, ήταν για ένα μικρό κορίτσι ότι πιο μαγικό... Το κρεβάτι τους όμως... Αχ το κρεβάτι τους ακόμα το λατρεύω... Ένα τεράστιο κρεβάτι- king size ονομάζεται όταν το έφεραν με το container Ελλάδα δεν υπήρχαν ανάλογα σεντόνια στην αγορά για να στρώσει η μητέρα μου- με ένα πανύψηλο και χοντρό στρώμα- η μητέρα μου που μετράει 1.54 στο ύψος ακόμα ρίχνει ένα μικρό σάλτο για να ανέβει- ήταν και είναι ότι πιο αναπαυτικό έχω νιώσει... Με ένα επιβλητικό κεφαλάρι που γεμίζει τον μισό τοίχο, ξύλο μαζί με βελούδο, και ένα ανάκλιντρο στο κάτω μέρος- τι να πω... Πριγκίπισσα ένιωθα κάθε που σκαρφάλωνα πάνω του. Τα δε αγαπημένα κουβερλί της μητέρας μου χρυσά, (τι άλλο;) με τεράστιες χρυσές μαξιλάρες πάνω από τα μαξιλάρια του ύπνου- σας λέω, έπεφτες εκεί και περίμενες με βεβαιότητα να νιώσεις το φιλί του πρίγκηπα! Μα πιο πολύ από όλα αγαπώ που όταν ήμουν άρρωστη, το κρεβάτι τους γινόταν το κρεβάτι μου. Ξάπλωνα ολημερίς στην πλευρά του πατέρα μου και απολάμβανα ατελείωτη τηλεόραση και φροντίδα από την μαμά. Να παρακαλάς να αρρωστήσεις σας λέω... Το κρεβάτι δεν μου επιτρέπεται να σας το δείξω... Θα μείνει ένα μυστήριο. Όσοι ωστόσο το έχουν δει μόνο να επιβεβαιώσουν μπορούν τα όσα περιγράφω... 

Τέταρτο στην λίστα αναμφισβήτητα ο κήπος- ζούγκλα του σπιτιού με το χτιστό barbeque του πατέρα μου που κρύβει μέσα τα πάντα όλα, να πρωταγωνιστεί...  Εκείνο το σημείο σηκώνει ολοδική του ανάρτηση... Το αγαπώ γιατί είναι το άνδρο του πατέρα μου, χαρακτηρίζεται δηλαδή από την απόλυτη λειτουργικότητα ταυτόχρονα με το απόλυτο χάος δεν γίνεται να ζητήσεις κάτι και να μην το έχει. (αλήθεια. Το έχει!) Το αγαπώ γιατί ειδικά τώρα πια,  κυρίως ο πατέρας μου θα ψήσει για να μαζευτούμε όλοι σπίτι και παρότι μας εκνευρίζει έτσι όπως πάει και έρχεται και τίποτα δεν είναι στην ίδια θέση ποτέ, τελικά όλοι καταλήγουμε να είμαστε γύρω του γιατί δεν ξέρω- είναι σαν να έχει μαγνήτη αυτός ο άνθρωπος, σε τραβάει κοντά του... Τον κήπο παρότι ποτέ δεν τον χάρηκα ιδιαίτερα- και ας μου είχε φτιάξει ο πατέρας μου ένα σπιτάκι στο πίσω μέρος για τα sleepovers με τις φίλες μου που ούτε μια φορά δεν μας άφησε η μητέρα μου να αξιοποιήσουμε από τον φόβο της- τον αγαπώ γιατί μοιάζει λίγο με τον χαρακτήρα της μητέρας μου... Πλούσια μεν βλάστηση αλλά σε σειρά και με το γκαζόν να είναι πάντα στην εντέλεια- στα γόνατα πέφτει η τρελή και το κλαδεύει με ψαλίδι- έχω πια καταλάβει όμως πως τις σκέψεις της κλαδεύει και όχι το γκαζόν... 





Πέμπτο είναι το μπάνιο μας. Ή μάλλον τα μπάνια μας. Μάλλον θα έχετε καταλάβει πως το γούστο της μητέρας μου ήταν βασιλικό και εφόσον έχουμε μεγάλο σπίτι φρόντισε να φτιάξει τρία μπάνια, ένα εκ των οποίων στο δωμάτιο των γονιών φυσικά, πράγμα που σήμαινε πως με την Σουλτάνα είχαμε το δικό μας μπάνιο και μάλιστα η καθεμία τον δικό της νεροχύτη... Δεν νομίζω πως χρειάζεται να περιγράψω πόσο μπορεί να λάτρεψα ως έφηβη, (γιατί στο συγκεκριμένο σπίτι καταφέραμε να μπούμε όταν ήμουν 12 χρονών), την τεράστια ημικυκλική μπανιέρα την οποία γέμιζα με νερό ρίχνοντας μισό μπουκάλι αφρόλουτρο, (και ας τσίριζε η μαμά!), απολαμβάνοντας το μπάνιο μου μέχρι να κρυώσει το νερό ή μέχρι να βγάλει φλύκταινες η Σουλτάνα από το κακό της! (που δεν ήταν αυτή μέσα!) Είχε όμως το μπάνιο μας (και όλα τα δωμάτια) ένα χαρακτηριστικό που μισούσαμε όχι μόνο εμείς μα και όλοι οι καλεσμένοι μας. Οι πόρτες είχαν στο μεγαλύτερο μέρος τους γαλακτερά τζάμια.. Αυτό σήμαινε πως όλες οι σκιές ήταν παραπάνω από ευδιάκριτες. Η - κλειστοφοβική- ωστόσο μητέρα μου ακόμα και σήμερα δεν μετανιώνει για αυτές τις πόρτες και απλά την πείσαμε να βάλει λίγο πιο γαλακτερό τζάμι τουλάχιστον στα μπάνια! (αν και ομολογώ πως τα τζάμια αυτά ήταν παραπάνω από χρήσιμα όταν μιλούσα κρυφά στο τηλέφωνο και έβλεπα την σκιά της μητέρας μου να πλησιάζει...) 

Και φτάνουμε στο +1.  

Και φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το παιδικό μου δωμάτιο... Όταν μετακομίσαμε αρχικά το δωμάτιο μου ήταν αποθήκη με σκοπό να γίνει δωμάτιο επισκεπτών. Είχα επιλέξει ένα που είχε και μπαλκόνι, ενώ η Σουλτάνα το αμέσως επόμενο- είχαμε δηλαδή το μπάνιο μας ανάμεσα. Ωστόσο της μητέρας μου της φάνηκε  μικρό αυτό που είχε μείνει για δωμάτιο επισκεπτών και με ρώτησε αν ήθελα να πάω εκεί. Αρνήθηκα πεισματικά. Ρώτησε και την Σουλτάνα. Φυσικά δέχτηκε η τσουρδούπο- που να χαλάσει χατήρι της μαμάς- και άρχισε να σχεδιάζει πως θα το φτιάξει και τόνισε πόσο της άρεσε που είχε δυο σκαλοπάτια που κατέβαινες για να μπεις στο δωμάτιο... Τι να σας λέω, αυτό ήταν... Το δωδεκάχρονο- εγώ ντε- άλλαξα γνώμη αμέσως και άρχισα να διεκδικώ το δωμάτιο που είχα μόλις πριν μισή ώρα περιφρονήσει, με νύχια και με δόντια! Με τα πολλά, επειδή κανείς δεν άντεχε την γκρίνια μου και εδώ που τα λέμε δεν είναι η Σουλτάνα να πακετάρει και να ξεπακετάρει ξανά και ξανά, υπέκυψε και  μου έδωσε το δωμάτιο που έμελλε να γίνει το καταφύγιο μου μέχρι τα 25 μου... 

Μόλις προχθές ανέβασα μια τωρινή του φωτογραφία στο #φωτογραφισετο_2017. Ωστόσο δεν ήταν έτσι όταν εγώ ζούσα εκεί και δεν με εκφράζει για αυτό το κείμενο. Μπορώ να βρω άνετα μια, (και πενήντα μην πω), όμως η ώρα είναι περασμένη, ο φωτισμός κακός και δεν ξέρω αν θέλω. Νομίζω πως εκείνο το δωμάτιο αξίζει μια ξέχωρη ανάρτηση. Όλη δική του. Εκείνο το δωμάτιο που αγάπησα τρελά.... Εκεί φιλοξένησα άπειρες φορές τις φίλες μου, εκεί μοιραστήκαμε όνειρα και ανησυχίες. Εκεί ονειρεύτηκα, γέλασα, μίλησα στο τηλέφωνο ατελείωτες ώρες, χόρεψα κρυφά, έκλαψα πολύ. Εκεί ανακάλυψα την Γιάννα, τους ψυχαναγκασμούς της, τα ταλέντα της, την αγάπη της να φιλοξενεί και να διοργανώνει τα πιο παράλογα events- έτσι για την πλάκα. Σε ένα δωματιάκι μια σταλιά.... 

Ευχαριστώ Αθανασία μου για αυτό το ταξίδι στις αναμνήσεις και τον παραλογισμό κια απόψε... Το απόλαυσα...  (και μην γελιέστε πως ήταν 5+1... Αν κοιτάξετε προσεκτικά, πιθανότατα να σας βγουν περίπου 10+1....)

Προσκαλώ και εγώ με την σειρά μου τις αγαπημένες μου: 

Ρεγγίνα από Mama Reggina
Μάρθα από Martha is Blogging 
Κατερίνα από Mama gia Spiti 
Ελένη από Καρυδότσουφλο
Μαρίνα από Little Box of Luv

Δείτε την αρχική έμπνευση της γλυκιάς Εύης εδώ και τις αναμνήσεις της Μαρίας που ακολούθησε εδώ! 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Για ένα πιάτο σύκα...

Γίνεται ένα πιάτο με τα πρώτα σύκα για το φετινό σου καλοκαίρι, να σου ξυπνήσει τόσες αναμνήσεις; 




Κι όμως γίνεται. Καθώς καθάριζα σήμερα το απόγευμα τα σύκα που μου έφερε ο πατέρας μου, σχεδόν ένιωσα την κάψα στην αυλή της γιαγιάς μου όταν καθόταν σε ένα χαμηλό σκαμπό μπροστά από μια κοφίνα γεμάτη σύκα καθαρίζοντας τα υπομονετικά, την ίδια στιγμή που εγώ τα άνοιγα με λαχτάρα και τα έτρωγα έτσι, πολλές φορές μαζί και με λίγη φλούδα. "Κοίτα τα τα μην έχουν σκουλήκια" φώναζε η γιαγιούλα μου όλο ταραχή βλέποντας με να τα καταβροχθίζω χωρίς πολύ σκέψη, και εγώ απλά αναρωτιόμουν αν το επόμενο θα είναι ακόμα πιο γλυκό. 

Σχεδόν άκουσα την φωνή του παππού μου να με φωνάζει κάτω από την συκιά για να μου δώσει το πρώτο σύκο μέχρι να γεμίσει την κοφίνα. Πάντα ανοιγμένο και ελεγμένο από τον ίδιο. Ένιωσα την δροσιά κάτω από τα φύλλα της. Θυμήθηκα τον φόβο μου για αυτή την παλιά και ταλαιπωρημένη ξύλινη σκάλα που χρησιμοποιούσε ο παππούς μου για να σκαρφαλώνει όπου χρειαζόταν, άκουσα το τρίξιμο σε κάθε πάτημα του. 

Και μετά ήρθαν και άλλες αναμνήσεις...

 Το χουζούρεμα κάτω από τον τεράστιο πλάτανο δίπλα στο πηγάδι, όπου πάντα είχε ένα ράντζο ο παππούς και ξάπλωνα χαζεύοντας τα φύλλα να κουνιούνται ή διαβάζοντας κόμιξ απολαμβάνοντας τον ίσκιο. Αυτός ο πλάτανος είναι από τα λίγα πράγματα που παρότι μεγάλωσα εξακολουθώ να θεωρώ τεράστιο. 

Ο υποχρεωτικός μεσημεριανός ύπνος, όπου απλά περίμενα με υπομονή να ακούσω την γιαγιά μου να ροχαλίζει, (ο παππούς κοιμόταν πάντα κάτω από τον πλάτανο), και σηκωνόμουν νυχοπατώντας (μιας και ξυπνούσε και εύκολα η γιαγιούλα μου),  και πήγαινα στην βιβλιοθήκη στην είσοδο του σπιτιού και ξεφύλλιζα ένα ένα τα βιβλία της θείας μου. 

Οι λίγες μα επεισοδιακές ομαδικές αποδράσεις σε φυσικά λουτρά, όπου έβαζε ο παππούς μου την καρότσα στο τρακτέρ, περνούσε από όλα τα σπίτια στο χωριό και φόρτωνε κόσμο για να πάμε όλοι μαζί για μπάνιο...

Το μάζεμα του καλαμποκιού, όπου στρώναμε μια τεράστια λινάτσα δίπλα στο σπίτι και απλώναμε όλο το καλαμπόκι να ξεραθεί, και εγώ με το ζόρι κρατιόμουν να μην πέσω μέσα με τα μούτρα και να προσποιηθώ ότι κολυμπάω. Θυμάμαι να παρακαλάω την γιαγιά μου να με αφήσει και αυτή να λέει πως θα με πιάσει φαγούρα, δεν κάνει και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι μα επειδή μου είχε αδυναμία με άφηνε πότε, πότε ίσα να περπατήσω ξυπόλυτη σε αυτό τονίζοντας μου "Μην σου φύγει κουβέντα στον παππού σου κακομοίρα μου" 

Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί ήταν τόσο σημαντικό να μην πέσω με τα μούτρα μέσα σε αυτή την κατακίτρινη θάλασσα...

Άκουσα τον κόκκορα να λαλάει όλο πάθος και ένταση ακριβώς έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μας. Άκουσα τα ξύλα να κροταλίζουν στον ξυλόφουρνο με το πρώτο χάραμα και σχεδόν μύρισα το φρεσκοψημένο ψωμί που ζύμωνε η γιαγιά μου πριν καν ξημερώσει ώστε να ξεκουραστεί και να φουσκώσει. 

Ένιωσα τον άνεμο στο πρόσωπο μου από τις βόλτες με την μηχανή του πατέρα μου, όταν έρχονταν να μας δουν στο χωριό. Ένιωσα και πάλι την σιγουριά πως δεν θα πάθω τίποτα γιατί είμαι με τον μπαμπά μου. Τι θα μπορούσα να πάθω από το οποίο να μην μπορεί να με προστατέψει; 

Και μετά θυμήθηκα όλα τα καλοκαίρια με τους γονείς μου, που πάντα έτρεχαν για δουλειές, δουλειές και πάλι δουλειές, αυτά τα πολύτιμα καλοκαίρια που για μερικές βδομάδες ήμασταν μόνο οι τέσσερις μας και ένα τροχόσπιτο. Χωρίς δουλειές. 

Θυμήθηκα το τρόπο που κατακρεουργούσε ο πατέρας μου το καρπούζι δίνοντας μας φέτες να φάμε και την μαμά να φωνάζει πως θα λερωθούμε. 

Τον ήχο από το τάβλι που έπαιζαν κάθε βράδυ οι δυο τους, με την μητέρα μου πάντα να διεκδικεί την νίκη. 

Μύρισα τον καγιανά της μητέρας μου και τις τηγανητές πατάτες, σχεδόν καθημερινό φαγητό στις διακοπές, τα οποία μαγείρευε πάνω σε μια μπουκάλα με υγραέριο και ένα τηγανάκι τόσο δα. 

Ένιωσα την αλμύρα της θάλασσας, στις ατελείωτες βουτιές με τον πατέρα μου, αυτός να με πετάει ακόμα πιο ψηλά και η μητέρα μου να φωνάζει πως φοβάται, "Χρήστο, μην πετάς έτσι το παιδί, φοβάμαι δεν το καταλαβαίνεις;" και εγώ να φωνάζω "Πιο ψηλά μπαμπάααα" και ο πατέρας μου να γελάει και να με πετάει όντως πιο ψηλά. (ή μήπως έτσι μου φαινόταν;) Και η δόλια η μάνα μου αντί να απολαμβάνει τον ήλιο να κάθεται καθιστή να μην μας χάνει από το βλέμμα της- λες και θα μπορούσε να κάνει κάτι, ποιος; Η μάνα μου, που πνίγεται στην ακρογιαλιά με θάλασσα-λάδι... 

"Άκουσα" την σιωπή της Σουλτάνας που όλη μέρα, κάθε μέρα διάβαζε ένα βιβλίο. Άκουσα τα παρακάλια μου να έρθει να παίξουμε, την επίμονη άρνηση της. Ένιωσα την σκόνη που σήκωνε το ποδήλατο μου με κάθε απότομο φρενάρισμα που έκανα, έτσι επειδή με διασκέδαζε. Άκουσα τις τσιρίδες της Σουλτάνας επειδή φρέναρα δίπλα της απότομα ενώ διάβαζε αυτό το ρημαδοβιβλίο! 

Θυμήθηκα πως πέρασα καλοκαίρια ξέγνοιαστα,  όπου το μόνο που με ένοιαζε ήταν πόσες βουτιές θα κάνω, πόσο περισσότερο μπορώ να εκνευρίσω την Σουλτάνα, αν τα σύκα που θα διαλέξω θα είναι γλυκά και πόσα παγωτά θα με άφηναν να φάω. 

Σήμερα λοιπόν, κόντρα σε αυτόν τον Αύγουστο που δοκιμάζει την οικογένεια μας και αγαπημένα μας πρόσωπα, εγώ επιλέγω να βυθιστώ για λίγο σε αυτές τις αναμνήσεις. Το επιλέγω, διότι το απόγευμα κοιτούσα ένα μαιμουδάκι πασαλειμμένο με ένα κόκκινο περίγραμμα γύρω από τα χείλη του από τα σύκα που έφαγε, ένα μαιμουδάκι που όταν του είπα πως πιθανότατα είναι το αγαπημένο μου φρούτο, απάντησε όλο σιγουριά: "Και εμένα μαμά!" 

Και μένω να αναρωτιέμαι αν στην πορεία θα είναι όντως αλήθεια αυτό. Μένω να συνειδητοποιώ πως κάποιες φορές δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να χαραχτούν μέσα μας υπέροχες αναμνήσεις. Δεν νομίζω πως η γιαγιά μου όταν, ταλαίπωρη από την κούραση όλων των εργασιών όλη μέρα, καθόταν να μου καθαρίσει μερικά σύκα, συνειδητοποιούσε πως αυτό θα μείνει μια τόσο ζωντανή ανάμνηση μέσα μου. Όχι. Ήταν η αγάπη όμως που υπήρχε, αυτή δημιουργεί τις πιο υπέροχες αναμνήσεις. 

Και από αυτή ξεχειλίζουμε σε αυτή την οικογένεια. Δεν έχω φόβο λοιπόν. 


Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η αυλή των παιδικών μου χρόνων....

Σήμερα γιορτάζει ο Άγιος Τρύφωνας, μα στην ουσία για μένα γιορτάζει το χωριό μου, γιορτάζει η εκκλησία στην οποία παντρεύτηκε η μητέρα μου και στην συνέχεια και εγώ η ίδια. 

Πάντα έψαχνα ευκαιρίες να πηγαίνω, μα από όταν ο Φλεβάρης μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικά δύσκολο μήνα για μένα, το να "ανοίγει" αυτή η περίοδος με μια επίσκεψη στο αγαπημένο μου χωριό αλλά και την ευκαιρία να εκκλησιαστώ στον χώρο που πέρασα σχεδόν όλες τις Μεγάλες Βδομάδες των παιδικών μου χρόνων, είναι ότι ακριβώς χρειάζομαι. 

Έτσι και σήμερα. Εφόσον η γιαγιά μου δεν μένει πλέον εκεί, το σπίτι είναι σχετικά εγκαταλελειμμένο, προκαλώντας σου μια περίεργη μελαγχολία. Μετά την εκκλησία πήγαμε και το ανοίξαμε, παρέα με την γιαγιούλα μου. Η μέρα ήταν υπέροχη, γλυκιά και ηλιόλουστη, έτσι βγάλαμε έξω μερικές καρέκλες και κάτσαμε. 

Ήμασταν μόνο οι τέσσερις μας. Ο Παναγιώτης, το παιδί, η γιαγιά μου και εγώ. Έχουμε ξαναυπάρξει μόνο εμείς. Μόνο η γιαγιά μου και εγώ είμαστε αρκετές για να μην σταματήσει η κουβέντα. Μα σήμερα ήμασταν περιέργως σιωπηλές. Η μελαγχολία ήταν έντονη και οι αναμνήσεις κατέκλυσαν, τουλάχιστον το δικό μου μυαλό. 

Σε αυτή την αυλή θυμάμαι πάντα φωνές πολλές. Κόσμο πολύ, γέλια ακόμα περισσότερα και πάντα μα πάντα άφθονους- αστείους αλλά και σοβαρούς- τσακωμούς. Θυμάμαι με τον καιρό τα αυτοκίνητα να μην χωράνε να παρκάρουν μέσα. Θυμάμαι πάντα την γιαγιά μου να πηγαινόερχεται από τον ξυλόφουρνο στην κουζίνα, από την κουζίνα στον εξωτερικό νεροχύτη, από τον νεροχύτη πάλι στον ξυλόφουρνο. Τα ξαδέλφια μου, να τρέχουν και να χοροπηδάνε παντού σαν νήπια και μαζεμένα γύρω μου να ακούνε τις αμπελοφιλοσοφίες μου μεγαλώνοντας. Το τραπέζι να είναι πάντα μακρύ για να χωρέσουμε όλοι και πλούσιο. Τις ηλιόλουστες και ζεστές μέρες στρωμένο κάτω από τον πλάτανο. Θυμάμαι να μοιράζομαι πάντα την κοτοκοιλιά με την ξαδέλφη μου την Γιάννα. Οι κότες να κακαρίζουν, ο κόκορας να βλέπει την αντανάκλαση του στο αυτοκίνητο και να τσιμπάει με μανία το αμάξωμα νομίζοντας πως έχει ανταγωνισμό στο κοτέτσι, το περιβόλι πάντα καταπράσινο και γεμάτο, τα λουλούδια περιποιημένα και υπέροχα. 

Σήμερα ησυχία. Απόλυτη. Το μόνο που ακουγόταν τα γέλια του Δημήτρη-Γεράσιμου όποτε "έπεφτε" απότομα η ρόδα του ποδηλάτου του από το πεζούλι στον χωματόδρομο. Και γέμισα θλίψη. Γιατί όλες αυτές οι υπέροχες αναμνήσεις αποτελούν ακριβώς αυτό. Αναμνήσεις. Παρελθόν. Η γιαγιά ανήμπορη πλέον, δεν μένει πια εκεί. Κατά συνέπεια έπαψαν και οι υπέροχες αυτές οικογενειακές συγκεντρώσεις. Πάντα φανταζόμουν πως όταν θα έκανα οικογένεια, πότε πότε θα καταφέρναμε να κάναμε μια από αυτές τις Κυριακάτικες ή εορταστικές μαζώξεις. Τα νέα μέλη της οικογενείας θα έσμιγαν με τα παλιά και το πλήθος θα μεγάλωνε και άλλο. 

Όμως όχι. Η τελευταία φορά που έγινε αυτό ήταν πριν δυο χρόνια και να που βρέθηκε σήμερα το μαιμούδι να παίζει ολομόναχο σε αυτή την αυλή που κάποτε έσφυζε από ζωή... 

Κοίταξα την γιαγιά μου που δεν μιλούσε καθόλου και κατάλαβα. Αν εγώ στεναχωρήθηκα τόσο πολύ με αυτό που έβλεπα, πως να ένιωθε άραγε εκείνη; Πόσο μεγαλύτερη θλίψη βίωνε βλέποντας το, για μια ολόκληρη ζωή, σπιτικό της τόσο έρημο και άδειο; Αυτή την αυλή διέσχισε πρώτη φορά νύφη. Σε αυτή την αυλή η ίδια φαντάζομαι είδε τα παιδιά της να περπατούν για πρώτη φορά. Σε αυτή την αυλή, καθόταν τα καλοκαιρινά απογεύματα και καθάριζε τα ζαρζαβατικά της παρέα με την πεθερά της, τα παιδιά της, πιθανότατα και κάποια γειτόνισσα. Αυτή την αυλή την έχει διασχίσει όλα αυτά τα χρόνια, εκατομμύρια φορές... Όλη της η ζωή, αυτή η αυλή. Πως να μην είναι σιωπηλή; 

Μα πόσες φωνές να έκρυβε άραγε αυτή η σιωπή; 

Κοίταξα καλά και το μοναδικό τριαντάφυλλο που υπήρχε σε αυτή την αυλή... Γυρισμένο με λαχτάρα προς τον ήλιο με έκανε να αποφασίσω να θυμάμαι με χαρά τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε σε αυτή την αυλή, σε αυτό το σπίτι. Αποφάσισα να θυμάμαι τα άπειρα γενέθλια που γιορτάσαμε εκεί, τις ατελείωτες και διφορούμενες κουβέντες, τα παιχνίδια στην άμμο που είχε πάντα δίπλα της η στέρνα, τις τηγανητές πατάτες της γιαγιάς μου που έφτιαχνε κυρίως για μένα, τα λερωμένα χέρια από τα σύκα που τρώγαμε τα καλοκαίρια κατευθείαν από την κοφίνα, την προγιαγιά μου να έχει ως μόνο σκοπό ζωής να σκοτώσει όσες περισσότερες μύγες μπορούσε! 

Σηκώθηκα, πήρα το μικράκι μου αγκαλιά, πήγαμε στον κήπο, μαζέψαμε παρέα σαγκουίνια και αφού τον έβαλα στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε σπίτι, έτρεξα στο μικρό κομμάτι κήπου- εκεί πίσω από τον εξωτερικό νεροχύτη- που ήξερα πως φυτρώνουν πάντα τα μανουσάκια... Εκ πρώτης είδα μόνο μερικά ζουμπούλια, μα εκεί που ήμουν έτοιμη να φύγω, τα είδα να φανερώνονται- μόνο δύο μα ήταν αρκετά για να ομορφύνουν την μέρα μου. 

Τα έκοψα, βοήθησα την γιαγιά μου να μπει στο αυτοκίνητο, έριξα μια τελευταία ματιά και ευχήθηκα με κάποιο τρόπο μαγικό, να καταφέρουμε και πάλι -έστω και για μια φορά- να μαζευτούμε όλοι όπως παλιά, παρέα όμως και με τους καινούργιους... 

Άντιο αγαπημένη αυλή των παιδικών μου χρόνων... Θα ζεις για πάντα στην καρδιά μου... (Τριανταφυλλάκι μου, δεν σε έκοψα... Ήθελα να μείνεις εκεί και να την ομορφαίνεις και άλλο...)





Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Σε ευχαριστώ γιαγιούλα μου...

Σήμερα και ενώ το σπίτι μύριζε έντονα αμμωνία από τα πασχαλινά κουλουράκια που έψηνα, με πλημμύρισαν οι αναμνήσεις... 

Δεν ξέρω για σας, όμως εμένα οι μυρωδιές είναι ικανές να μου θυμίσουν μέχρι και πράγματα που- νόμιζα πως- είχα ξεχάσει....

Μου έφεραν στο μυαλό τις μέρες του Πάσχα που περνούσα στο χωρίο με την υπέροχη γιαγιούλα μου.....

Ώς παιδί μεταναστών μεγάλωσα μέχρι τα πέντε μου χρόνια  στην Αφρική. Την γιαγιούλα μου λοιπόν δεν την γνώριζα ΚΑΘΟΛΟΥ. Και φυσικά ούτε αυτή εμένα... Με είχε λαχταρήσει όσο τίποτε...Όταν λοιπόν επιστρέψαμε στα πάτρια εδάφη και συναντηθήκαμε επιτέλους, ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος.... 

Βρέθηκα λοιπόν στην αγκαλιά της μητέρας της μητέρας μου, μιας γυναίκας ναι  μεν πολύ νέας με εικόνα όμως αλλά και συμπεριφορά άκρως παραδοσιακή. Φουστάνι εμπριμέ μέχρι τα γόνατα, ποδιά στη μέση στην οποία πάντα σκούπιζε τα δουλεμένα χέρια της, μαντήλι στα μαλλιά που έκρυβε τον κάτασπρο- προσεχτικά χτενισμένο κότσο της- μιας και η γιαγιά μου παρότι άσπρισε πολύ πολύ νέα αρνήθηκε να βάψει τα μαλλιά της έστω και μια φορά στη ζωή της- και φυσικά αυτά τα γαριασμένα χέρια πάντα έτοιμα να με χαϊδέψουν, να με κανακέψουν, να με πάρουν μια μεγάλη- μεγάλη αγκαλιά.

Το Πάσχα λοιπόν, πήγαινα σχεδόν πάντα για 2 βδομάδες στην γιαγιά μου. Και αυτές οι δυο βδομάδες είναι από τις ομορφότερες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας....

Όσο και να με "μάλωνε" η γιαγιά και να μου έλεγε να κοιμηθώ παραπάνω το πρωί, εγώ με το που την άκουγα να φοράει τις παντόφλες της για να πάει να νυφτεί, πεταγόμουν κρυφά, ντυνόμουν και μόλις πήγαινε στο φούρνο να ζυμώσει- πριν καλά καλά φανεί ο ήλιος- τσουπ! Ήμουν ήδη στο πλευρό της. 

Θυμάμαι να μου καψαλίζει μια φέτα ζυμωτό ψωμί στη μαντεμένια σόμπα, να την περιχύνει με μέλι και να μου τη δίνει για πρωινό μαζί με μια κούπα ολόφρεσκο κατσικίσιο γάλα. 

Θυμάμαι να ζυμώνουμε μαζί τα πασχαλινά κουλουράκια και να μου δείχνει σαν να ήμουν ήδη μεγαλοκοπέλα πώς να τα κάνω σωστά. 

Θυμάμαι πάντα να "καίω" τα μάτια μου με τις αναθυμιάσεις της αμμωνίας από τη λαχτάρα μου να δω και να μυρίσω τα κουλούρια ενώ ψήνονταν.

Θυμάμαι να γεμίζει ένα τεράστιο ψάθινο καλάθι για να μοιράσει στα παιδιά της που "κουράζονται πολύ και δεν έχουν χρόνο για τέτοια". 

Θυμάμαι να ζυμώνει με ευλάβεια και κατάνυξη το πρόσφορο, να μου δίνει οδηγίες, να μου μιλάει για τον  Χριστό και την Παναγίτσα. 

Θυμάμαι να ετοιμάζει το ξυλόφουρνο για να το ψήσει. Να μου φωνάζει να μην μπλέκω με τις κλιματόβεργες και χτυπήσω. Θυμάμαι να σταυρώνει το ευλογημένο ψωμί πριν το βάλει για ψήσιμο.

Θυμάμαι να πηγαίνουμε ΚΑΘΕ μέρα εκκλησία και να μου λέει όμορφα και διακριτικά κάθε πότε να σηκώνομαι και κάθε πότε μπορώ να κάθομαι. Θυμάμαι να μην καταλαβαίνω και πολλά αλλά να νιώθω βαθιά συναισθήματα- ανεξήγητα. 

Θυμάμαι να ασβεστώνει όλα τα πεζούλια και τους κορμούς των δέντρων στην αυλή της. 

Θυμάμαι να πλένει στην εξωτερική βρύση τα εντόσθια του αρνιού. Να πλέκει τα έντερα σε μια υπέροχη, παχιά πλεξίδα, που ακόμα και σήμερα ΛΑΤΡΕΥΩ. (κομμένα μες τη μαγειρίτσα χάνουν τη γεύση τους- πιστέψτε με..)

Θυμάμαι το υπέροχο άρωμα της πασχαλιάς που πλαισίωνε τη βρύση... Θυμάμαι το βουητό από τις μέλισσες... 

Θυμάμαι να μαζεύουμε μόνες μας τα αυγά από τις κότες. Θυμάμαι να μου τονίζει ΚΑΘΕ φορά να μην ενοχλήσω καθόλου τη κλώσα. Θυμάμαι να έχει στο μικρο μου μυαλουδάκι σχεδόν μυθικές διαστάσεις η κλώσα! Θυμάμαι να με έχει εντυπωσιάσει περισσότερο και από τα λιοντάρια της Μαύρης Ηπείρου...

Θυμάμαι να βιάζεται να πάμε εκκλησία μόλις χτυπούσε η καμπάνα.  Θυμάμαι την υπέροχη φωνή του παππού μου να ψέλνει. Θυμάμαι να φιλάει το χέρι του παππού μου μόλις της έδινε το Άγιο Φως την Ανάσταση. Θυμάμαι να συγκινούμαι και να κάνω το ίδιο. (Το ίδιο κάνω πλέον  με τον άντρα μου)

Θυμάμαι το μεγάλο τραπέζι που στρώναμε την Κυριακή του Πάσχα με όλα τα καλούδια πάνω. Θυμάμαι τις φωνές, τα γέλια, τα πειράγματα, μέχρι και τους τσακωμούς... Θυμάμαι τη γιαγιά να μην κάθεται σχεδόν καθόλου, να τρέχει να μην μας λείψει τίποτα... Θυμάμαι τον παππού μου να θέλει πάντα λίγο ακόμη πιπέρι.... 

Ναι. Όλα αυτά τα θυμήθηκα από την αμμωνία....Που ακόμα και τώρα ξεχνιέμαι και πάντα μου "καίει" τα μάτια μόλις ανοίγω το φούρνο. 

Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ είναι να διατηρήσω όλα όσα μου έμαθε η γλυκιά μου γιαγιούλα, να τα κάνω και εγώ στο δικό μου το σπίτι και να δημιουργήσω με τη σειρά μου αναμνήσεις στο δικό μου παιδάκι... (Η χαρά μου δε και η ανυπομονησία για το πρώτο Πάσχα του μικρού στο χωριό με τη γιαγιούλα μου και προ-γιαγιά του δεν λέγεται...)

Ώστε μετά από χρόνια, αν μυρίσει αμμωνία να πλυμμηρίσει το μυαλό του αναμνήσεις... 

Αναμνήσεις που μυρίζουν μανούλα..... 

Σε ευχαριστώ γιαγιούλα μου.....

Το ημερολόγιο μιας μαμάς




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...